46

Σε ένα δικαστήριο της Νέας Υόρκης ο εμφύλιος της Βοσνίας ξαναζεί. Εντεκα γυναίκες που διασώθηκαν από στρατόπεδα συγκέντρωσης έχουν μηνύσει τον πρώην ηγέτη των Σερβοβοσνίων και καταζητούμενο για εγκλήματα πολέμου, Ράντοβαν Κάρατζιτς. Ούτε οι ενάγουσες ούτε ο κατηγορούμενος είναι Αμερικανοί πολίτες. Σε όλη τη χώρα, σε παρόμοιες υποθέσεις, δικαστήρια έχουν επιδικάσει εκατομμύρια δολάρια σε θύματα δικτατόρων από την Αιθιοπία έως τη Γουατεμάλα.

Δύο αιώνες μετά τη θέσπιση ενός νόμου ενάντια στην πειρατεία, που δίνει το δικαίωμα σε όποιον έχει υποφέρει από παραβίαση του Διεθνούς Δικαίου να καταθέσει μήνυση σε δικαστήριο των ΗΠΑ, οι οργανώσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων τον εκμεταλλεύονται καταθέτοντας μηνύσεις εναντίον δικτατόρων, βασανιστών, ακόμα και πολυεθνικών. Βέβαια, τα πράγματα δεν είναι τόσο απλά, καθώς η πρακτική αυτή ενδέχεται να ανοίξει τον ασκό του Αιόλου στις διεθνείς σχέσεις.

Η δίκη εναντίον του Κάρατζιτς, σύμφωνα με δημοσίευμα της Washington Post, έχει προσελκύσει το ενδιαφέρον τόσο της κοινής γνώμης όσο και των πανεπιστημιακών. Οι καταθέσεις για τα βασανιστήρια και τους βιασμούς στα στρατόπεδα συγκέντρωσης είναι ανατριχιαστικές για την κοινή γνώμη. Αυτό όμως που κυρίως ενδιαφέρει τους ειδικούς των διεθνών σχέσεων είναι όχι τόσο το συναισθηματικό στοιχείο της υπόθεσης αλλά οι πολιτικές της επιπτώσεις. Το ερώτημα είναι απλό: από τη στιγμή που οι ΗΠΑ αναγνωρίζουν στον εαυτό τους το δικαίωμα να δικάζουν υποθέσεις παραβίασης του Διεθνούς Δικαίου από όλο τον κόσμο, τι πρόκειται να γίνει, εάν διάφορα κράτη αναγνωρίσουν στον εαυτό τους το δικαίωμα να δικάζουν Αμερικανούς ηγέτες και πολίτες για παρόμοιες υποθέσεις;


Πάντως, οι μηνύσεις μετά το 1980 -όταν οι οργανώσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων ανακάλυψαν το νόμο που θεσπίστηκε το 1789- πέφτουν πλέον σαν βροχή στα δικαστήρια των ΗΠΑ και στρέφονται όχι μόνο εναντίον δικτατόρων: πρόσφατα οργανώσεις μήνυσαν πολυεθνικές επιχειρήσεις, επειδή χρησιμοποιούσαν καταναγκαστική εργασία σε χώρες του Τρίτου Κόσμου. Μάλιστα, το 1992 το Κογκρέσο ψήφισε το νόμο για την προστασία από τα βασανιστήρια, που δίνει το δικαίωμα σε Αμερικανούς πολίτες να καταθέτουν μηνύσεις εκ μέρους θυμάτων βασανιστηρίων.


Συνήθως τα δικαστήρια δικαιώνουν τους ενάγοντες και επιδικάζουν αποζημιώσεις πολλών εκατομμυρίων δολαρίων, που όμως δεν καταβάλλονται ποτέ. Γιατί όμως τότε οι οργανώσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων συνεχίζουν να καταθέτουν τις μηνύσεις; Η απάντηση είναι απλή. Είναι μια ευκαιρία να δείξουμε στον κόσμο τι συνέβη π.χ. στην Βοσνία. Είναι ιδιαίτερα σημαντικό για όσους υπέφεραν να δικαιωθούν από το δικαστήριο, αλλά κυρίως να ακουστεί η ιστορία τους δηλώνει ο Ριντ Μπρόντι, δικηγόρος του Παρατηρητηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Με άλλα λόγια, ισχυρότερο κίνητρο από τα χρήματα σε αυτή την περίπτωση είναι η δημοσιότητα.


Η δημοσιότητα βέβαια δεν είναι πάντα ένα κίνητρο εντελώς καθαρό. Οι δίκες είναι παρωδία. Είναι καθαρά πολιτικές υποθέσεις. Οι οργανώσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων απλά προωθούν την πολιτική τους ατζέντα εκβιάζοντας συναισθηματικά τους δικαστές, που βέβαια δεν θέλουν να δείξουν πως παίρνουν το μέρος δικτατόρων και βασανιστών δηλώνει ο Τζον Μάτεσον, δικηγόρος του Κεμπάσα Νεγκένο, ο οποίος καταδικάστηκε για το βιασμό τριών γυναικών στην Αιθιοπία, το 1995.

Φαίνεται πάντως πως ούτε το αμερικανικό κράτος δίνει ιδιαίτερη σημασία στις καταδίκες: ο Νεγκένο έλαβε την αμερικανική υπηκοότητα λίγο μετά και βέβαια δεν πλήρωσε ούτε δραχμή από το πρόστιμο του 1,5 εκατ. δολαρίων (περίπου 540 εκατ. δραχμές). Ζει σήμερα στην Ατλάντα, την πόλη όπου καταδικάστηκε.

Newsroom ΑΛΤΕΡ ΕΓΚΟ