Οι Sonic Youth είναι το γκρουπ που από την ίδρυσή του στη Νέα Υόρκη το 1981 και έπειτα σταδιακά αναδείχθηκε σε σημαντικό κεφάλαιο της σύγχρονης μουσικής ιστορίας και άνοιξε το δρόμο για μία ολόκληρη στρατιά από άλλα σύνολα του διεθνούς underground, με δισκογραφικές κυκλοφορίες-ορόσημα όπως τα άλμπουμ «Bad Moon Rising» (1985), «E.V.O.L.» (1986), «Daydream Nation» (1988) και βέβαια το «Goo» (1990), το οποίο σχεδόν εξασφάλισε για τους Sonic Youth μια θέση στο κύριο ρεύμα.
Ενα από τα πρώτα πράγματα που γίνεται φανερό κατά την ακρόαση του πρόσφατου «NYC Ghosts & Flowers», του 15ου κατά σειρά άλμπουμ τους, είναι το γεγονός ότι οι Kim Gordon, Thurston Moore, Lee Ranaldo και Steve Shelley (κάθε όνομα και μια ξεχωριστή ιστορία) δεν είναι πια οι ριζοσπάστες του τιμημένου παρελθόντος. Δείχνουν να απολαμβάνουν πάντα τη μουσική που παίζουν, όχι όμως δίχως μια σκιά θλίψης για τα προδομένα πιστεύω και τα ακυρωμένα όνειρα της «εναλλακτικής σκηνής», και έχοντας στα σίγουρα απολέσει την -πάλαι ποτέ- αμείλικτη παρεμβατική τους δύναμη, την τοξική τους δραστικότητα.
Η συμμετοχή στην παραγωγή του Jim O΄Rourke, γνωστού από τη δουλειά του για τους Stereolab και τους Superchunk, δεν καταφέρνει να ξορκίσει την αίσθηση του deja vu: το κρυφτούλι των σημαινόμενων με τα σημαίνοντα παίζεται πάντα με τους παλιούς καλούς τρόπους από το εξώφυλλο, που το κοσμεί ένας πίνακας του William Burroughs, μέχρι το περιεχόμενο, που ανοίγει πανιά σε μια θάλασσα από feedback, κυκλωτικές κινήσεις από μαγνητοταινίες, βρόμικες κιθάρες, ελλειπτικούς ρυθμούς, κολάζ από απαγγελίες, αυτοσχεδιαστικές τεχνικές, επιθετικές κλιμακώσεις, φωνητικά άλλοτε σέξι (Gordon) και άλλοτε υπνωτικά (Moore), που επί συνόλω αναζητούν(;) μια ταυτότητα κάπου μεταξύ της avant-jazz και του rock-ως-θορύβου.
Το πρόβλημα με τους Sonic Youth δεν είναι ότι αποτελούν πλέον μια παρέα εκτός μόδας· ας μην ξεχνάμε ότι σε μια τέτοια φάση της καριέρας τους έγραψαν τα αριστουργήματά τους. Το πρόβλημα είναι ότι με το «NYC Ghosts & Flowers», όπως και με το προηγούμενο «A Thousand Leaves» (1998), δίνουν την εντύπωση μιας παρέας που αργά αργά αποσύρεται.
Ασφαλώς, κανείς από όσους τους αγαπούν δεν θα παραδεχθεί οτιδήποτε άλλο πέρα από το ότι -απλώς- μαζεύουν δυνάμεις…