Το καλοκαίρι του 1977, ένα από τα πιο ζεστά και υγρά στη Νέα Υόρκη, η πόλη γνώρισε τον τρόμο και τον πανικό εξαιτίας απανωτών διακοπών ρεύματος αλλά και του Ντέιβιντ Μπέρκοβιτς, ενός ψυχασθενούς ο οποίος δολοφόνησε εν ψυχρώ περισσότερα από σαράντα άτομα προτού συλληφθεί από την αστυνομία. Από εκείνα τα γεγονότα ο Σπάικ Λι κρατά μόνο τη ρεαλιστική αναπαράσταση των φόνων και εστιάζει στις συνοικίες των λευκών μεταναστών, για να αφηγηθεί τις επιπτώσεις που είχαν οι αλυσιδωτοί φόνοι στους απλούς πολίτες: από το δικαιολογημένο φόβο έως την αδικαιολόγητη καχυποψία προς κάθε κατεύθυνση σχετικά με την ταυτότητα του δολοφόνου. Ο μαύρος δημιουργός δεν κρύβει την αντιπάθειά του για τους λευκούς, γι’ αυτό και επιλέγει άτομα του περιθωρίου τα οποία ντύνει με όλα τα χαρακτηριστικά μιας κοινωνίας της παρακμής.
Ο κομμωτής Βίνι και η παρέα του είναι μικρόνοες, μονολιθικοί, κάνουν έρωτα σαν ζώα, καταναλώνουν ναρκωτικά, ζουν διπλή σεξουαλική ζωή, αδυνατούν να ικανοποιήσουν ερωτικά το σύντροφό τους, συμμετέχουν σε όργια και όλα αυτά επί δυόμιση ώρες, υπό τους ήχους του χειρότερου είδους μουσικής που γέννησε η Αμερική: της ντίσκο. Έτσι, το «Καλοκαίρι του Σαμ» σύντομα καταντά μια επαναλαμβανόμενη και αντιαισθητική ταινία, χωρίς ίχνος διαλεκτισμού, σε σημείο να αναρωτιέται κανείς κατά πόσον οι συμμετέχοντες διάβασαν το σενάριο πριν υπογράψουν για τους ρόλους.
Διόλου τυχαία, η εταιρεία διανομής δεν μπήκε στον κόπο να ετοιμάσει μια καλή ψηφιακή έκδοση και κυκλοφόρησε το φιλμ σε τετράγωνο κάδρο, με τετρακάναλο ήχο.