Πολιτικά Τραγούδια (36:46)
Καντάτα για τη Μακρόνησο (41:31)
Φουέντε Οβεχούνα (42:42)
Τροπάρια για Φονιάδες (45:10)
Μουσική Πράξη στον Μπρεχτ (48:16)
Τραγούδια της Λευτεριάς (38:33)
Ο Σταυρός του Νότου (40:53)
Ευριπίδης IV (30:01)

«Ο Μικρούτσικος είναι ίσως ο μόνος νεότερος συνθέτης που αντιμετωπίζει σοβαρά, υπεύθυνα και δημιουργικά το πρόβλημα αυτής που εγώ ονομάζω «μετασυμφωνική» μουσική. Που εγκαταλείπει το φολκλόρ, το λαϊκισμό και το μελωδικό αυτοσχεδιασμό για να προχωρήσει στη σύνθεση. […] Μεταχειρίζεται εποικοδομητικά την ηχητική της σύγχρονης μουσικής, αποδεικνύοντας έτσι ότι η σύγχρονη τεχνική ταιριάζει απόλυτα στο λαϊκό στοιχείο. Όταν φυσικά το δεύτερο παύει να είναι πρώτη ύλη και το πρώτο παύει να είναι μοναχά ήχος για τον ήχο…». Αυτά είχε πει ο Μίκης Θεοδωράκης στα τέλη της δεκαετίας του ’70 για το -νέο τότε- συνθέτη Θάνο Μικρούτσικο. Τα λόγια αυτά συμπυκνώνουν τις κατευθυντήριες γραμμές ενός δημιουργού, ο οποίος παρέλαβε το νήμα από μεγάλους μεταπολεμικούς συνθέτες, όπως ο Χατζιδάκις και ο Θεοδωράκης, και ανέλαβε να το συνεχίσει, συμπυκνώνοντας στους ήχους του την ατμόσφαιρα και τις αναζητήσεις της γενιάς της Μεταπολίτευσης. Η μουσική του είναι ιδιαίτερα εκφραστική και φορτισμένη. Άλλοτε «ξεκολλά τις λέξεις από το χαρτί», επενδύοντας με τρόπο ουσιαστικό την ποίηση, και άλλοτε βαδίζει στους δρόμους της σύγχρονης πρωτοποριακής δημιουργίας. Έτσι, βλέπουμε το έργο του Μικρούτσικου, κατά τη δεκαετία του ’70, να ισορροπεί ανάμεσα στις δύο αυτές μουσικές κατευθύνσεις και παράλληλα να εμπνέεται από την πολιτική του ταυτότητα -και να την υπηρετεί με τη μουσική του. Στην κασετίνα που κυκλοφορεί περιέχονται οκτώ δίσκοι που κυκλοφόρησαν την εποχή εκείνη από τη δισκογραφική εταιρεία «LYRA». Μουσικές με έντονο πολιτικό λόγο οι περισσότερες, που μετέφεραν την ποίηση Ελλήνων και ξένων ποιητών σε μια Ελλάδα που μόλις είχε βγει από το «γύψο» της δικτατορίας, με πολύ νωπές ακόμα τις πληγές που είχε ανοίξει ο Εμφύλιος Πόλεμος…
Πρώτος δίσκος του Μικρούτσικου ήταν τα «Πολιτικά Τραγούδια», μελοποιήσεις ποιημάτων του Τούρκου Ναζίμ Χικμέτ και του Γερμανού Βολφ Μπίρμαν. Ο λόγος τους είναι άλλοτε δηκτικός και άλλοτε λυρικός, με τη μουσική (όπου επικρατεί το στοιχείο της μπαλάντας) να τον υποστηρίζει.
Στο δεύτερο δίσκο περιέχονται δύο έργα: η «Καντάτα για τη Μακρόνησο» και η «Σπουδή σε ποιήματα του Βλαδίμηρου Μαγιακόβσκι». Και στα δύο παρατηρούμε μια εναλλαγή ανάμεσα στη σύγχρονη πρωτοποριακή γραφή και τις κλασικές μελοποιήσεις. Χαρακτηριστικό είναι το πρώτο κομμάτι της «Καντάτας» (το οποίο θα μπορούσε να ήταν αυτόνομο έργο σύγχρονης μουσικής), στο οποίο μια ομάδα ηθοποιών, που κατά κάποιον τρόπο υποκαθιστά τη χορωδία που υπάρχει στην κλασική φόρμα της Καντάτας, απαγγέλλει, ψιθυρίζει, φωνάζει… Δημιουργεί έτσι μια ατμόσφαιρα έντασης και αγωνίας, στην οποία συμβάλλουν και η γραφή για το κουαρτέτο εγχόρδων και το πιάνο που απαρτίζουν το οργανικό σύνολο. Η ποίηση της «Καντάτας» βασίζεται στον «Πέτρινο Χρόνο» του Ρίτσου (1949), ενώ η «Σπουδή» βασίζεται σε ποιήματα του Μαγιακόφσκι, μεταφρασμένα από το Ρίτσο.
Η «Φουέντε Οβεχούνα», τρίτος δίσκος του Μικρούτσικου, περιλαμβάνει τη μουσική από την ομώνυμη θεατρική παράσταση που ανέβηκε στο Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος το 1976-77. Οι στίχοι είναι του Γιώργου Μιχαηλίδη (ο οποίος και το σκηνοθέτησε) και βασίζονται στο κείμενο του μεσαιωνικού Ισπανού συγγραφέα Lope de Vega. Στο έργο του εξιστορείται η εξέγερση των κατοίκων του χωριού Φουέντε Οβεχούνα ενάντια στον τοπικό τους ηγεμόνα. Τα τραγούδια λειτούργησαν ως εμβόλιμα σχόλια -μέσα από μια σύγχρονη οπτική γωνία- στην πλοκή του μεσαιωνικού αυτού έργου και αφήνουν να φανούν παραλληλισμοί με γεγονότα της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας.
Στα «Τροπάρια για Φονιάδες» συνεχίζεται η πορεία που χαράχτηκε με τα «Πολιτικά Τραγούδια» και την «Καντάτα». Στους στίχους, που είναι του Μάνου Ελευθερίου, παρελαύνουν οι μορφές του Τσε Γκεβάρα, της Ρόζας Λούξεμπουργκ, του Καρυωτάκη και του Νίκου Πλουμπίδη, ενώ η μελοποίηση φαίνεται να έχει απομακρυνθεί από τον ήχο της πρωτοποριακής μουσικής. Η κραυγή και η, ρηξικέλευθη πολλές φορές, αμεσότητα που χαρακτηρίζει τους πρώτους δίσκους, δίνουν τη θέση της σε μια εσωτερικότητα -ωριμότητα, που εκφράζεται τόσο με τη συγκεκριμένη επιλογή των στίχων όσο και με τη μουσική γλώσσα που ακολουθείται. Στους τέσσερις αυτούς πρώτους δίσκους τα τραγούδια ερμηνεύει η Μαρία Δημητριάδη. Η φωνή της είναι ιδιαίτερα αισθαντική και, σε στενή συνεργασία με το συνθέτη, συμβάλλει αποφασιστικά στην ατμόσφαιρα των ηχογραφήσεων αυτών.
Επόμενη δισκογραφική δουλειά είναι η «Μουσική Πράξη για τον Brecht». Η μετάφραση των ποιημάτων είναι του Μάριου Πλωρίτη και του Πέτρου Μάρκαρη. Στη μουσική του γραφή ο Μικρούτσικος σκιαγραφεί άλλοτε την ειρωνική και άλλοτε τη λυρική διάθεση του ποιητή. Παρεμβάλλονται και οργανικά κομμάτια, σχόλια, ιδιαίτερα ευρηματικά, που υπενθυμίζουν τη θητεία του συνθέτη στο χώρο της σύγχρονης μουσικής. Το αποτέλεσμα είναι άμεσο, δηκτικό, ειρωνικό, ανάλογο του ήθους της μπρεχτικής ποίησης. Επαναστατικό και σύγχρονο, σε ξαφνιάζει με την απλότητα και την αμεσότητά του. Ποιος δεν έχει προβληματιστεί και συγκινηθεί ακούγοντας το «Άννα μην κλαις», το «Εγώ, ο Μπέρτολτ Μπρεχτ» ή, τέλος, το περίφημο «Γερμανικό Εγχειρίδιο Πολέμου»…
Τα «Τραγούδια της Λευτεριάς» από την άλλη, αποτελούν την τελευταία δισκογραφική ενασχόληση του συνθέτη με το λεγόμενο «στρατευμένο» τραγούδι. Η ποίηση είναι του Φώντα Λάδη, του Αλκη Αλκαίου, του Μπρεχτ, του Αναγνωστάκη και του Ρίτσου, ενώ άλλη μία φορά ερμηνεύει η Μαρία Δημητριάδη.
Προτελευταίος δίσκος στην κασετίνα αυτή είναι ο περίφημος «Σταυρός του Νότου», σε ποίηση Νίκου Καββαδία, από τους πιο αγαπητούς και πολυκυκλοφορημένους δίσκους του Θάνου Μικρούτσικου. Είναι η ατμόσφαιρα της φυγής και του ταξιδιού που τον έκανε τόσο αγαπητό; Είναι η ποίηση; Είναι η μουσική; Σίγουρα πάντως είναι η χημεία όλων αυτών των στοιχείων. Η μελοποίηση είναι λιτή και -συνειδητά- δίνει την πρωτοκαθεδρία στην ποίηση. Τραγούδια όπως η «Θεσσαλονίκη», το «Μαχαίρι», ο «Γουίλι», έγιναν σύμβολα και αγαπήθηκαν από όλους όσοι τα άκουσαν. Τραγουδούν ο Γιάννης Κούτρας και η Αιμιλία Σαρρή, ενώ συμμετέχει σε δύο τραγούδια και ο Βασίλης Παπακωνσταντίνου.
Η κασετίνα ολοκληρώνεται με το δίσκο «Ευριπίδης ΙV», όπου περιέχονται αποσπάσματα από μουσική για παραστάσεις αρχαίας τραγωδίας. Ακούγοντας το δίσκο, βλέπουμε τη δεξιοτεχνία του Μικρούτσικου να δημιουργεί ατμόσφαιρα, αυτήν τη φορά με την ιδιότητα του συνθέτη έντεχνης μουσικής. Η ηχητική του παλέτα είναι τεράστια, αποτέλεσμα της πολύχρονης και πολυδιάστατης ενασχόλησής του με το χώρο της σύγχρονης ελληνικής μουσικής δημιουργίας.
Στα ένθετα φυλλάδια των δίσκων υπάρχουν οι στίχοι, ενώ η κασετίνα συνοδεύεται από ένα πολυσέλιδο μικρό βιβλίο. Σε αυτό περιλαμβάνονται σύντομα σχόλια για το κάθε δίσκο, αποσπάσματα από κριτικές της εποχής, καθώς και σημειώματα συνεργατών του συνθέτη που σχολιάζουν -με την απόσταση των είκοσι ετών που μας χωρίζουν από τότε- το έργο του. Για το τέλος κρατήσαμε μια φράση του Σπύρου Ευαγγελάτου, που πιστεύουμε ότι αποτελεί ένα ιδιαίτερα πετυχημένο σχόλιο για το έργο του Θάνου Μικρούτσικου: «Διαθέτει την ικανότητα να κινείται σε πολλές ατμόσφαιρες και στιλ. Απ’ το Μπαρόκ ή τον Ρομαντισμό, ως την Τζαζ, το ύφος του Μπρεχτ, την ελληνική λαϊκότροπη μουσική, τη συμφωνική μουσική […], τη ροκ, την ποπ, τα εμβατήρια ή την ατονική μουσική. Πάντοτε όμως υπάρχει «από κάτω» η δική του προσωπικότητα, το δικό του σχόλιο, που «διαβρώνει» το κάθε ύφος…». Πρόκειται για μια ιδιαίτερα πολύτιμη κασετίνα, στην οποία, μαζί με το Θάνο Μικρούτσικο, ανθολογείται μια ολόκληρη εποχή, γεμάτη οράματα, ριζοσπαστικές καινοτομίες και διάθεση για δημιουργία. Κάτι που πιστεύουμε ότι δεν χαρακτηρίζει το σύνολο της σημερινής μουσικής δημιουργίας.