Γενικώς είμαι εναντίον των Tribute: αφενός αποκαλύπτουν τη δυστοκία των σύγχρονων δημιουργών σε επίπεδο μουσικής και στίχου, και αφετέρου η αβασάνιστη προσέγγιση κομματιών που σημάδεψαν κάποιες γενιές οδηγεί συχνά σε φρικαλεότητες, όπως συνέβη με τα τραγούδια του Σαββόπουλου. Στη συγκεκριμένη περίπτωση τα πράγματα είναι διαφορετικά, και αυτό επειδή πίσω από το εγχείρημα βρίσκονται κατά κύριο λόγο δύο μόνο παραγωγοί (Ορέστης Πλακίδης, Δημήτρης Μπέλλος), κάτι που -αν μη τι άλλο- εγγυάται αισθητική ομοιογένεια και άποψη γύρω από τις επανεκτελέσεις. Παρ’ όλα αυτά ο δίσκος είναι άνισος. Τα περισσότερα κομμάτια του Μαρκόπουλου προέβαλλαν σθεναρή αντίσταση στον «εκσυγχρονισμό», άλλα αφέθηκαν στο ένστικτο ενορχηστρωτών και ερμηνευτών, και ορισμένα αναδείχθηκαν με μια νέα φορεσιά, εξίσου λαμπρή ή παλλικαρίσια με την παλιά. Στα «βατερλό» του εγχειρήματος εξέχουσα θέση κατέχει ο Μάριος Φραγκούλης, ο οποίος επιμένει να τραγουδά ελληνικά τραγούδια, αγνοώντας ότι τεχνική και καλή διάθεση δεν αρκούν. Χρειάζεται ψυχή και τριβή με το είδος. Ακολουθούν οι Λάκης Λαζόπουλος και Γιάννης Κότσιρας. Ο πρώτος συγχέει την αφωνία με τη «θεατρική ερμηνεία» και ο δεύτερος, συνεπικουρούμενος από τη «γλυκερή» ενορχήστρωση του Haig Yazdijan, παίρνει στα χέρια του ένα στιβαρό τραγούδι («Χίλια Μύρια Κύμματα») και το ερμηνεύει σαν ερωτικό. Ευτυχώς στη «Φάμπρικα» κρατά την πρέπουσα «δωρικότητα». Στις συμβατικές έως αδιάφορες στιγμές θα συγκαταλέγαμε τις ερμηνείες των Παπακωνσταντίνου («Μαλαματένια Λόγια», «Λένγκω»), Σαββιδάκη («Παραπονεμένα Λόγια») και Μακεδόνα («Γκρεμισμένα Σπίτια»), ενώ -αντιθέτως- οι ενδιαφέρουσες έως πάρα πολύ καλές στιγμές του δίσκου είναι αρκετές. Ξεχώρισα τη Λιζέττα Καλημέρη, ταιριαστή φωνή στο πανέμορφο «Πέραμα», μια αισθαντική Γαλάνη στο «Πέρα από τη Θάλασσα», έναν επικό Γαϊτάνο να μάχεται τις χιπ-χοπ διαθέσεις της ενορχήστρωσης στη «Μάνα του Αλέξανδρου», και φυσικά τις δύο ωραιότερες εκτελέσεις: αυτή του Τζίμη Πανούση («Χρώματα και αρώματα») και της Γλυκερίας στο «Κάτω στης Μαργαρίτας τ’ Αλωνάκι». Και μόνο για τα δύο αυτά κομμάτια αξίζει να έχει κανείς στη συλλογή του τα 18 Tribute, εάν φυσικά θεωρεί τον εαυτό του ανοιχτό σε νέες προτάσεις και στον ηλεκτρονικό ήχο που -όσο να ‘ναι- αμβλύνει τόσο την ελληνικότητα των πρωτοτύπων όσο και τις μνήμες (δικτατορία και μεταπολίτευση) που τα συνοδεύουν.