Οι ταινίες του Andrei Tarkovski είναι σπάνιες. Σπάνια θα τις δούμε πλέον σε κινηματογραφική αίθουσα, κακές και παλιές οι κόπιες που κυκλοφορούν στο βίντεο, αν κυκλοφορούν, ενώ, συγχρόνως, οι ταινίες που βλέπουμε τα τελευταία χρόνια μάς απομακρύνουν από την ποιητική διάσταση του κινηματογράφου και μας ωθούν σε μια συνήθεια θέασης μόνο σωστά δομημένων αφηγηματικών συνταγών. Μέσα σε όλα αυτά τα χρόνια -γύρω στο ’90 σταμάτησαν να προβάλλονται στην Ελλάδα οι ταινίες του- η αίσθηση για αυτό τον κινηματογράφο παραποιήθηκε, σχεδόν ξεχάστηκε. Αναρωτιόμουν αν σήμερα θα άντεχα να δω μία από αυτές τις ταινίες που με είχαν τότε βαθιά συγκινήσει και είχαν σημαδέψει τον τρόπο με τον οποίο έβλεπα κινηματογράφο.
Η ολοκαίνουρια έκδοση από την Criterion της δεύτερης μεγάλου μήκους ταινίας του Andrei Tarkovski, μας έδωσε την ευκαιρία να ξαναδούμε μία από τις πιο όμορφες ταινίες που έχουμε δει ποτέ. Η εταιρεία Criterion φημίζεται για τις καλές της κόπιες, για την προσοχή και την επιμέλεια των επιλογών της, όπως και για τη μοναδική, μέχρι αυτήν τη στιγμή, συνέπεια απέναντι στις δυνατότητες του νέου μέσου που λέγεται DVD. Στο DVD του «Andrei Roubliov» συναντήσαμε για πρώτη (δεύτερη) φορά τη δυνατότητα επιλογής στα μενού των color bars, παρόμοιων με αυτές που είχαμε βάλει και εμείς στο DVD της Elizabeth, για τη σωστή ρύθμιση των χρωμάτων της τηλεόρασής μας. Η κόπια που χρησιμοποιήθηκε είναι η ολοκληρωμένη εκδοχή του ποιητικού έπους του Andrei Tarkovski, διάρκειας 205 λεπτών!!!
Η μεταφορά στο ψηφιακό μέσο έγινε με μεγάλη προσοχή, αν και υπάρχουν δύο σημεία της ταινίας όπου μπορεί ο προσεκτικός θεατής να παρατηρήσει μια γραμμή του αρνητικού να κόβει κάθετα την εικόνα για μερικά δευτερόλεπτα και ένα ανεπαίσθητο κούνημα αριστερά/δεξιά του κάδρου στα σταθερά πλάνα, προς το τέλος της ταινίας. Είμαστε σίγουροι ότι δεν οφείλεται σε αμέλεια και προχειρότητα, αλλά στη (σωστή) τελική απόφαση της ενσωμάτωσης αυτών των τμημάτων στο DVD, ακόμα και αν οι υπεύθυνοι δεν μπόρεσαν να βρουν καλύτερο υλικό. Ο μελετητής του Andrei Tarkovski, ο καθηγητής του Harvard, Vlada Petric, επωμίζεται το ρόλο του αναλυτή σε σκηνές-κλειδιά, που εμπλουτίζουν την απόλαυση του θεατή. Μπορεί κανείς να δει επίσης αποσπάσματα από το πολύ καλό ντοκιμαντέρ της Donatella Baglivo, «Andrei Tarkovski, Ο ποιητής του κινηματογράφου», όπου ο ίδιος ο σκηνοθέτης εξηγεί κάποια πράγματα για τον Andrei Roubliov, ενώ σε άλλα σημεία παραθέτει τις ιδέες του πάνω σε θέματα τέχνης και ζωής. Δική μας πρόταση είναι να αρχίσει κανείς αυτή την περιπέτεια μαζί με τον Tarkovski, αν δεν είναι μυημένος στο έργο του, και ακούγοντάς τον, να εισέλθει μαλακά σε αυτόν το μαγικό και δύσκολο κόσμο που μας προτείνει. Οι ταινίες του Andrei Tarkovski δεν είναι εύκολες, δεν ήταν ποτέ, ούτε την εποχή στην οποία κατασκευάστηκαν. Σήμερα είναι ακόμα πιο δύσκολο για το θεατή να τις παρακολουθήσει. Χρειάζονται χρόνος και κατάλληλη ψυχική διάθεση, στοιχεία σπάνια στην εποχή που διανύουμε και στον τρόπο με τον οποίο βλέπουμε κινηματογράφο. Ο Tarkovski είναι απόλυτος, δεν διασκεδάζει, δεν αφήνει το τυχαίο ή το αυθόρμητο να εισβάλουν στην τέχνη του. Είναι σοβαρός, είναι βαρύς, είναι συμβολικός, είναι μεταφυσικός. Ο κινηματογράφος του είναι τέχνη και ως τέχνη μόνο μπορεί να γίνει κατανοητός και απολαυστικός. Ο θεατής πρέπει να έχει τη διάθεση να συνομιλήσει με τον εαυτό του, να (ξανά) θέσει ερωτήματα, να σταματήσει για να καταλάβει, να δώσει χρόνο για να συγκινηθεί, να ξεχάσει, να κοπιάσει.
Το Andrei Roubliov πραγματεύεται τη ζωή και το έργο του μεγάλου Ρώσου αγιογράφου Andrei Roubliov, στις αρχές του 15ου αιώνα. Αποτελείται από έναν πρόλογο, τελείως άσχετο με τη ζωή και το έργο του αγιογράφου, σκηνή που η ερμηνεία της γέμισε σελίδες επί σελίδων στα περιοδικά και στα βιβλία του κινηματογράφου. Μπροστά σε μια εκκλησία, ένα αερόστατο, πριν από την ώρα του, σηκώνεται στον αέρα και καταφέρνει να πετάξει. Μια φωνή γεμάτη χαρά φωνάζει «πετάω-πετάω», ώσπου το αερόστατο πέφτει βίαια στη γη και η απόλυτη σιωπή του θανάτου σηματοδοτείται από το βουβό πλάνο ενός πεσμένου στη γη αλόγου που ξαναβρίσκει τη δύναμη να σηκωθεί. Από εκεί και πέρα η ταινία χωρίζεται σε οκτώ ενότητες, με τίτλους και χρονολογίες να διακόπτουν τη χρονική συνέχεια των γεγονότων. Τον Tarkovski δεν τον ενδιαφέρει η Ιστορία, οι ήρωες βγαίνουν από την Ιστορία και γίνονται δικά του, ολόδικά του δημιουργήματα, χωρίς κοινωνικές εθνικές ή χρονικές αναφορές και καταβολές. Ο νεαρός μοναχός Andrei Roubliov είναι συνήθως και κυρίως παρατηρητής των γεγονότων της μεσαιωνικής Ρωσίας. Σε πολλά επεισόδια μάλιστα έχει το ρόλο απλού κομπάρσου, ανίκανου να επέμβει και να διαφοροποιήσει τη ροή των γεγονότων. Αντίθετα από το δάσκαλό του Θεοφάνη τον Έλληνα, πιστεύει στο «καλό» της ανθρώπινης φύσης και ερχόμενος αντιμέτωπος με την ίδια του την πίστη, θα σκοτώσει έναν άνθρωπο, θα κλειστεί στη σιωπή και στην απραξία, μέχρι να του αποκαλυφθεί η αλήθεια των πραγμάτων. Ο νεαρός Boris, στο τελευταίο επεισόδιο, ένα μικρό παιδί που ψεύδεται ότι γνωρίζει το μυστικό να φτιάχνει καμπάνες, θα καταφέρει να κατασκευάσει μία και θα ξαναδώσει στον Roubliov την πίστη στη ζωή, την επιστροφή στο λόγο και στο έργο. Ο Boris είναι το αντίγραφο του Roubliov. Αυτός τον πείθει με το πείσμα του για την κατασκευή της καμπάνας, να ξαναμιλήσει και να ξαναζωγραφίσει. Πολλοί είδαν σε αυτήν τη σχέση Boris/Roubliov τον ίδιο τον Tarkovski, τρία πρόσωπα που δεν χαρίζονται με τίποτα σε κανέναν ούτε στα υλικά που θα χρησιμοποιήσουν ούτε στο περιβάλλον μέσα στο οποίο θα δουλέψουν σκληρά χωρίς ευκολίες και εμπνεύσεις, ούτε στους χρόνους του έργου που θα δημιουργήσουν. Άλλοι πάλι είδαν, μέσα από την κινηματογραφημένη σχέση, τη σχέση του σκηνοθέτη με τον πατέρα του, το διάσημο ποιητή Arseni Tarkovski, ο οποίος άρχισε πολύ αργά στη ζωή του να δημοσιεύει τα ποιήματά του που τον έκαναν πασίγνωστο σε όλη τη Ρωσία. Έτσι και στον Roubliov, η ταινία τελειώνει με ένα επτάλεπτο έγχρωμο φιλμ όπου ξεδιπλώνονται μπροστά στα μάτια μας λεπτομέρειες (ποτέ το συνολικό έργο) από τις περίφημες αγιογραφίες του διάσημου μοναχού.
Το έργο του Andrei Tarkovski
Ο «Andrei Roubliov» είναι η δεύτερη από τις επτά συνολικά μεγάλου μήκους ταινίες του Andrei Tarkovski. Τα χαρακτηριστικά της ήδη αποκαλύπτουν αυτό που θα αφήσει πίσω του ο μεγάλος Ρώσος σκηνοθέτης. Αν στα «Παιδικά Χρόνια του Ιβάν» (1962) ακόμα η γραφή του δεν έχει οριστικοποιηθεί, στον Roubliov βρίσκει την ωριμότητά του, ανατρέπει τους κινηματογραφικούς κώδικες της πρωτοπορίας ( πειραματισμοί στη φόρμα- σιγουριά στο περιεχόμενο) και καθορίζει τη γλώσσα του για τις επόμενες ταινίες. Σίγουρος για τη φόρμα, καταθέτει τη γραφή του και καθορίζει το προσωπικό του στιλ. Δεν είναι πλέον το μοντάζ γρήγορων μικρών πλάνων που δημιουργούν τη χωροχρονική συνέχεια και ενότητα, αλλά το ίδιο το πλάνο. Η μηχανή κινείται με αργά τράβελινγκ, οι ήρωες πότε πότε πλησιάζουν τη μηχανή λήψης και το πλάνο γίνεται δική τους υπόθεση. Άλλοτε πάλι αυτές οι αργές, πολύπλοκες και άριστα δουλεμένες κινήσεις της μηχανής, που αποπνέουν τεράστια σιγουριά και απλότητα, κάποια στιγμή δημιουργούν ένα νέο κάδρο μέσα στο κάδρο και οι ήρωες εντάσσονται, μέσα από αυτό, στη δράση. Ο Tarkovski έχει ανάγκη να ξανατοποθετεί τους ήρωές του, να τους ξαναεισάγει μέσα στη δράση, μέσα στο κάδρο. Επανατοποθέτηση, μέσω μιας βιρτουοζιτέ της μηχανής όπου ο χρόνος και ο χώρος είναι πολύ διαφορετικά ορισμένοι από ό,τι στο νατουραλιστικό κινηματογράφο. Απόλυτος, απόλυτα απόλυτος, ορίζει το χώρο και το χρόνο σαν δικές του δημιουργίες και όχι ρεαλιστικές απεικονίσεις. Η αντίληψή του για τον κόσμο που μας περιβάλλει κινηματογραφείται με τον πιο σκληρό και εντυπωσιακό τρόπο. Ο ήχος, εξίσου ιδιαίτερα επεξεργασμένος, δημιουργεί ένα εκτός πεδίου περιβάλλον, το οποίο όμως, πέρα από κάθε νατουραλισμό, λειτουργεί κυρίως σαν μεταφορά, σαν παραβολή, επωμιζόμενος παράλληλα μεγάλο μέρος της συγκίνησης.
Τα όνειρα, στοιχείο πολύ αγαπητό στον Tarkovski, δεν εξοικονίζονται με την κοινή σύμβαση των διπλοτυπιών, αλλά με στοιχεία που εντάσσονται μέσα στην εικόνα, προσδίδοντάς της όμως την ονειρική διάθεση. Στοιχεία της Γης και του ουρανού (βροχή, χιόνι, νερό, χώμα, φωτιά) με απώλεια του ήχου είναι τα πιο συχνά και αγαπημένα μέσα της αναπαράστασης του ονείρου στον Tarkovski. Μέσα σε όλα αυτά τα στοιχεία, τα τόσο χαρακτηριστικά της γραφής του Tarkovski, μέσα σε αυτήν τη σιγουριά, ο ήρωας πάλλεται από αμφιβολίες, μαθαίνει από την ίδια του την εμπειρία, αναθεωρεί και ξανα-αναθεωρεί, βυθίζεται στη σιωπή για να μάθει, αφήνεται στην απραξία για να ετοιμαστεί να δημιουργήσει. Η σιωπή είναι ένα άλλο αγαπητό στοιχείο του Tarkovski, επανέρχεται μεταφορικά σε όλες σχεδόν τις μετέπειτα ταινίες του, τόσο μέσω βουβών προσώπων όσο και απότομων βουβών πλάνων.
Άπειρες είναι οι παρατηρήσεις που μπορούν να γίνουν πάνω στο έργο του Andrei Tarkovski, άλλοι, με πολύ περισσότερο χώρο και χρόνο στη διάθεσή τους, το έχουν επιχειρήσει, και ο κίνδυνος της απλοποίησης από εμάς είναι τεράστιος. Πρόθεσή μας είναι μόνο η πρώτη γνωριμία με αυτόν το μεγάλο σκηνοθέτη, για όσους δεν τον γνωρίζουν, και η υπενθύμιση στους υπόλοιπους. Είναι αλήθεια όμως ότι το έργο του Andrei Tarkovski δεν μπορεί να αρέσει σε όλους γιατί είναι απόλυτο. Ο θεατής ή μπορεί να μπει στον κόσμο του σκηνοθέτη ή δεν μπορεί. Ένα μόνο είναι σίγουρο: ο ίδιος ο Tarkovski είχε απόλυτη επίγνωση αυτής του της επιλογής και εμείς νιώθουμε, ακόμα και σήμερα, ιδιαίτερα σήμερα, με την υπέροχη έκδοση της Criterion, ξανά, βαθιά συγκινημένοι.