Exterminator – Κριτική
Το πορτάκι του CD Player κλείνει και ο πύραυλος απογειώνεται πάραυτα. Ο ορυμαγδός του προωθητικού μηχανισμού σκεπάζει την μπάντα που παιανίζει τελετουργικά -όχι βέβαια με χάλκινα όργανα, αλλά με υπνωτικά ρυθμοκούτια, τρεμουλιαστά κίμπορντ, αιχμηρές κιθάρες- και είναι μια από τις περιπτώσεις εκείνες που πολύ καλά θα έκανες να έχεις δεμένες σφιχτά τις ζώνες ασφαλείας… Δεν είναι απλώς οι αποστάσεις που καλύπτονται με ταχύτητα ιλιγγιώδη (από τη Γερμανία των Neu και των Can στο Ντιτρόιτ των MC5 και των Stooges, από το Λονδίνο των Rolling Stones στη Νέα Υόρκη των Suicide, από την Καλιφόρνια του Sly Stone στη Νιγηρία του Fela Kuti, από τον πλανήτη Γη στο εξώτερο διάστημα του Sun Ra) ή τα ανάποδα τιμόνια (από το krautrock στο funk, από το punk-metal στη free jazz, από το acid house στο θόρυβο, από την electronica στο industrial). Πάνω από όλα είναι αυτό το ενστικτώδες προς τα πίσω τίναγμα του κεφαλιού και των ώμων που σου επιβάλλει μια δύναμη τόσο σπάνια (και γι’ αυτό τόσο πολύτιμη) όσο η συνταρακτική αύρα που εκπέμπει ένα άρτιο μουσικό έργο, μια ολοκληρωμένη καλλιτεχνική δημιουργία.
Το έκτο άλμπουμ του Bobby Gillespie και των Primal Scream διατυπώνει ένα πλήρες σχόλιο για την ηλεκτρική και ηλεκτρονική μουσική όπως τη γνωρίσαμε μέχρι σήμερα και ταυτόχρονα μας κάνει κοινωνούς σε ένα όραμα για τις μελλοντικές της διαδρομές, το οποίο, ανάλογα με τη γωνία από την οποία το κοιτάζεις, μπορεί να μοιάζει εύθραυστο, απειλητικό, έμπειρο, ακραίο, σαγηνευτικό.
Όπως όλοι οι αληθινά σπουδαίοι δίσκοι, το Exterminator: α. αποκαλύπτει με φειδώ τα θέλγητρά του όσο οι ακροάσεις επαναλαμβάνονται, αφήνοντας κάθε φορά μια μεικτή γεύση ενθουσιασμού και ανικανοποίητου, β. δεν είναι δίσκος για τον καθένα αλλά σύντομα θα γίνει, από τη στιγμή που επίγονοι θα προσεταιριστούν τις ιδέες και τις πρακτικές του ανάγοντάς τις σε κοινό τόπο.
Συνήθως τέτοιοι δίσκοι κυκλοφορούν από νέους καλλιτέχνες που φέρνουν μια καθαρή ματιά, μια ασυνήθιστη στάση, μια εναλλακτική πρόταση. Οι Primal Scream πρωτοστατούν στα μουσικά πράγματα της πατρίδας τους, της Βρετανίας, αλλά και της παγκόσμιας σκηνής, εδώ και σχεδόν είκοσι χρόνια. Δεν φέρνουν απλώς μια νέα ματιά: τα έχουν δει όλα. Δεν υιοθετούν απλώς μια ασυνήθιστη στάση, έχουν ντυθεί όλες τις μεταμφιέσεις: Byrds στο «Sonic Flower Groove» του 1987, Rolling Stones στο επώνυμο άλμπουμ του 1989, μέντορες του acid house στο «Screamadelica» του 1991, rhythm & blues/ hard rock «παραδοσιάρχες» στο «Give Out But Don’t Give Up» του 1993, dance-rock πειραματιστές στο «Vanishing Point» του 1997. Δεν σταματούν σε μια διαφορετική μουσική πρόταση: οργανώνουν μέσα από την ευρύτερη καλλιτεχνική παρέμβαση και τους στίχους τους ένα σύστημα κοινωνικών αξιών και πολιτικών θέσεων, που έχει το πρόσθετο πλεονέκτημα ότι ο εξ ορισμού οικείος χώρος του είναι τα σύγχρονα χορευτικά κλαμπ. Πού να τα φανταζόμαστε αυτά τα πράγματα και θαύματα τότε που ως ιδεολόγοι «ροκάδες» παίζαμε πετροπόλεμο με τους «καρεκλάδες»…
- Κόμο – Τορίνο 6-0: Σε μεγάλα κέφια οι γηπεδούχοι, δυο γκολ ο Δουβίκας
- Ζήτησαν πέναλτι οι «ερυθρόλευκοι» (vid)
- Η νέα διεθνής τάξη πραγμάτων με τη λογική MAGA
- ΙΝΕ-ΓΣΕΕ: Η κατοικία από κοινωνικό δικαίωμα μετατρέπεται σε μέσο κοινωνικού αποκλεισμού
- Endangered Games του Σωκράτη Φατούρου: Η ύλη στο όριο της εξαφάνισης στην The Intermission Art Gallery
- Μητσοτάκης: Δεν πήγε στη Βουλή, δεν πήγε στο Νταβός, πήγε για… σκι στα Καλάβρυτα

