Από το Μπρόντγουεϊ στη μεγάλη οθόνη. Το «Ιησούς Χριστός Υπέρλαμπρο Αστρο», όπως αποδόθηκε στα ελληνικά (ανέβηκε μάλιστα στη σκηνή του θεάτρου Καλουτά σε μουσική επιμέλεια Μίμη Πλέσσα), ήταν η πρώτη ροκ-όπερα που μεταφέρθηκε στον κινηματογράφο προκαλώντας ποικίλα σχόλια και αντιδράσεις, και αυτό διότι, ως γνήσιο «παιδί» της εποχής της αμφισβήτησης, προσεγγίζει τις τελευταίες μέρες του Χριστού κάπως ανορθόδοξα.
Κατά μία άποψη πρόκειται για θρησκευτική ταινία η οποία κρατάει ανέπαφο το ιστορικό πλαίσιο και απλώς ντύνει το μύθο με σύγχρονη μουσική, σκηνογραφία και κοστούμια. Κατ’ άλλη, αμφισβητεί ευθέως τα όσα γνωρίζουμε περί Ιησού, ανάγοντας σε πρωταγωνιστή και κινητήρια δύναμη του Θείου Δράματος τον Ιούδα, έναν μαύρο, ιδεαλιστή επαναστάτη που αντιδρά βλέποντας τον Κύριό του να οικειοποιείται την αίγλη της ομάδας, αλλά στο τέλος υποκύπτει στη συνομωσία που έχει εξυφάνει ο ίδιος ο Ιησούς: ο Ένας πρέπει να προδοθεί για να δοξαστεί στη συνέχεια.
Αμφιλεγόμενο, αρκετά πρωτοποριακό για τη χρονιά που γυρίστηκε, με υπέροχα χορευτικά και τραγούδια που όλα σχεδόν έγιναν επιτυχίες, το «Jesus Christ Superstar» εξακολουθεί να γοητεύει ακόμα και στις μέρες μας (το μέρος του Ηρώδη και αυτό των Ζηλωτών είναι έξοχα). Διόλου τυχαία, ήταν υποψήφιο για Όσκαρ Μουσικής και Χρυσές Σφαίρες (Καρλ Αντερσον, Τεντ Νίλι, Ιβόν Έλιμαν), αλλά λόγω θέματος και… «διαπλεκομένων» διακρίθηκε μόνο στα βρετανικά βραβεία BAFTA για τη μουσική. Τέλος, οι σαράντα-κάτι θα θυμούνται τα επεισόδια που συνόδευσαν την αθηναϊκή προβολή της ταινίας, η οποία απαγορεύτηκε αρχικά για να προβληθεί τελικά και κατ’ αποκλειστικότητα στο «Αττικόν».