Οι Βρετανοί Yes υπήρξαν ένα από τα πιο φιλόδοξα και ικανά σύνολα του progressive rock της δεκαετίας του ’70. Με ήχο στηριγμένο στη χαρακτηριστική τενόρο φωνή του Jon Anderson (γεν. 25 Οκτ. 1944) και την ευφάνταστη (κατά)χρηση της, νεόκοπης στα ’70s, τεχνολογίας των synthesizer από τον Rick Wakeman (γεν. 18 Μαϊ. 1949) το γκρουπ κυκλοφόρησε δέκα επιτυχημένα άλμπουμ πριν από τη διάλυσή του το 1980. Έκτοτε επανασυνδέθηκε αρκετές φορές και με ποικίλες συνθέσεις, που γνώρισαν άλλες μικρότερη κι άλλες μεγαλύτερη αποδοχή.
Τις ρίζες τους θα τις αναζητήσουμε στους Mabel Greer’s Toyshop, που σχημάτισε το 1968 ο Anderson μαζί με το Λονδρέζο μπασίστα Chris Squire (γεν. 4 Μαρ. 1948) και τον κιθαρίστα Pete Banks. Με την προσθήκη στο τρίο του κιμπορντίστα Tony Kaye και του ντράμερ Bill Brufords προέκυψαν οι Yes. Ήταν ένα από τα πρώτα βρετανικά σύνολα που υπέγραψαν συμβόλαιο συνεργασίας με την Atlantic, με πρώτο καρπό ένα φερώνυμο ντεμπούτο που φανέρωνε ισχυρές επιρροές στα φωνητικά από τους Crosby Stills and Nash και έκανε χρήση των κλασικών μοτίβων ανάλογη με τους Emerson Lake and Palmer. Την παραγωγή του δεύτερου LP τους Time And A Word (1970) συνυπέγραψε ο Eddie Offord, που επρόκειτο να επιβλέψει και τα πέντε επόμενα άλμπουμ τους.
Λίγο μετά ο κιθαρίστας Banks αντικαταστάθηκε από τον Steve Howe, που είχε ήδη γίνει γνωστός από τις ψυχεδελικές αναζητήσεις του με τους Tomorrow. Η ερμηνευτική άνεση που διέκρινε τον Howe αναφορικά με όλους σχεδόν τους τύπους κιθάρας, έδωσε στους Yes έναν ήχο πιο πλούσιο και πλήρη. Παράλληλα, ιδιαίτερα σημαντικό ρόλο στην καθιέρωση του ίματζ του γκρουπ έπαιξε ο Roger Dean που φιλοτεχνούσε τις σουρεαλιστικές εικαστικές συνθέσεις, οι οποίες κοσμούσαν τα εξώφυλλα των δίσκων τους. Κομμάτια του Anderson όπως τα «I ‘ve seen all good people» και «Yours is no disgrace» από το The Yes Album (1971) έγιναν σταθερές επιλογές του λάιβ σετ του γκρουπ. O Kaye έφυγε, για να σχηματίσει μαζί με τον Banks τους Flash, και αντικαταστάθηκε από τον Wakeman, που με τα συνθεσάιζέρ του έκανε τον ήχο των Yes πιο γεμάτο και πολυδιάστατο. Ακολούθησαν τα άλμπουμ Fragile (1971) και Close To The Edge (1972), όπου για πρώτη φορά το γκρουπ απογειώθηκε σε εκτεταμένες συνθέσεις, όπως η τετραμερής σύνθεση που δίνει στο δίσκο τον τίτλο του. Μετά από μια ακόμη αλλαγή στη σύνθεση (ο ντράμερ Brufords προσχώρησε στους King Krimson και τη θέση του πήρε ο Alan White της Plastic Ono Band), κυκλοφόρησαν το τριπλό λάιβ Yessongs (1973) και το συμφωνικό «concept» άλμπουμ Tales From Topographic Oceans (1973).
Σε αυτό περίπου το σημείο της ιστορίας των Yes μάς βγάζει το DVD «Yessongs» των «Ηχοθεαμάτων» αυτού του τεύχους. Οι μαγνητοσκοπήσεις του έρχονται από την περίοδο εκείνη που οι Yes, ενθαρρυμένοι από την ενθουσιώδη αποδοχή των δίσκων τους, αποφάσισαν να πάρουν και τους δρόμους των λάιβ περιοδειών, ταξιδεύοντας μέχρι τις ΗΠΑ, την Ευρώπη, την Ιαπωνία και την Αυστραλία και αποδεικνύοντας πόσο μεγαλύτερη ένταση είχαν οι επιβλητικές τους δημιουργίες, όταν ερμηνεύονταν ζωντανά. Συγκεκριμένα έχουμε να κάνουμε με την αποτύπωση μιας βραδιάς του Δεκεμβρίου 1972, στο Rainbow Theatre του Λονδίνου, όπου οι Yes έπαιξαν με την πιο «κλασική» σύνθεσή τους, αυτή δηλαδή που περιλάμβανε τους Anderson, Squire, Howe, Wakeman και White. Η ποιότητα εικόνας και ήχου του ντοκουμέντου αυτού δεν είναι σπουδαία, αλλά ούτε και κακή, με ατέλειες που δικαιολογούνται από την ηλικία της μαγνητοσκόπησης. Είναι δε προφανές ότι το υλικό προέρχεται από κάποια παλιά (και ελαφρώς ταλαιπωρημένη) κόπια μαγνητοταινίας, που μετεγγράφηκε σε φορμά LaserDisc πριν από κάποια χρόνια, και τώρα σε DVD επίσης. Αν όμως προσπεράσει κανείς παρόμοια μικροπροβλήματα, έρχεται αντιμέτωπος με ένα αληθινό ντοκουμέντο του τι ακριβώς σήμαινε συναυλία των Yes την εποχή της μεγάλης τους ακμής: με τα μανιακά ξεσπάσματα της διπλής ηλεκτρικής κιθάρας του Howe, με τον Wakeman να χύνεται πάνω σε όγκους ολόκληρους από συνθεσάιζερ, όργανα Hammond και άλλα πληκτροφόρα θυμίζοντας σαμάνο με τη μακριά του μπέρτα, με τον Anderson σε στιγμές ελεγειακές. Το DVD ολοκληρώνεται με ένα εντυπωσιακό και εκρηκτικό φινάλε, αντάξιο του επικού μουσικού μαραθώνιου που αντιπροσωπεύει το 70λεπτο σετ.
Η ιστορία των Yes δεν σταμάτησε την εποχή της μεγάλης τους ακμής. Συνεχίστηκε, αν και με αρκετούς κλυδωνισμούς. Το 1974 αποχώρησε ο Wakeman και τη θέση του για δύο χρόνια πήρε ο Patrick Moraz (αργότερα έπαιξε και με τους Moody Blues) συμμετέχοντας στο άλμπουμ Relayer (1974). Ο Wakeman επέστρεψε για τα Going For The One (1977) και Tomato (1978), δουλειές που περιλάμβαναν ξανά μικρότερης διάρκειας τραγούδια, αλλά αποχώρησε οριστικά το 1979, για να κάνει σόλο καριέρα.
Για μια περίπου δεκαετία ακολούθησαν πολλές ακόμη αποχωρήσεις και στρατολογήσεις μελών και αρκετοί δίσκοι, όχι πάντα αξιόλογοι. Ως το 1988 τα διάφορα πρώην και νυν μέλη είχαν χωριστεί σε δύο αντίπαλα στρατόπεδα, με κύριο αντικείμενο διαμάχης την κυριότητα και χρήση του, ιστορικού πλέον, ονόματος Yes. Τελικά το όνομα κατοχυρώθηκε από μια μπάντα που συναποτελούσαν οι Squire, Kaye, White και ο κιθαρίστας Trevor Rabin, ενώ μια άλλη παρέα παλαιμάχων περιόδευε ως Anderson, Brufords, Wakeman & Howe, κι είναι αυτή ακριβώς που θα μας απασχολήσει στο δεύτερο DVD αυτών των «Ηχοθεαμάτων».
Πρόκειται για μια χορταστική σε διάρκεια κυκλοφορία με δυόμισι ώρες μαγνητοσκοπήσεων, που καταγράφουν ερμηνείες από την περιοδεία του 1989, η οποία ακολούθησε το άλμπουμ των τεσσάρων με τίτλο Brother Of Mine.
Η υπόψη κυκλοφορία, παρ’ ότι ενδιαφέρουσα και καλοδουλεμένη, όσον αφορά στην πιστότητα εικόνας / ήχου και την ποιότητα του σκηνικού σετ, του φωτισμού και της παραγωγής γενικότερα, συστήνεται μόνο στους φανατικούς του γκρουπ. Παρουσιάζει τους μουσικούς αισθητά μεγαλωμένους σε ηλικία αλλά… να παίζουν ακόμα τα ίδια και τα ίδια, με ρουτινιάρικες, ν-οστές επαναλήψεις και ήχο που από επιβλητικός έχει μετατραπεί σε δεινοσαυρικό. Κάποια νέα κομμάτια («Birthright», «The meeting», «Brother of mine») απλά κοπιάρουν τη φόρμα των παλιών καλών στιγμών, δίχως άξιο λόγου καλλιτεχνικό περιεχόμενο. Ας ελπίσουμε τουλάχιστον ότι έβγαλαν τίποτα χρήματα, μια και μπήκαν σ’ όλον αυτόν τον κόπο. Γιατί φαίνεται τελικά πώς το ‘χει η μοίρα των ροκ γκρουπ να εκφυλίζονται σε «επιχειρήσεις – μαϊμούδες» που εκμεταλλεύονται την παρελθούσα δόξα, προκειμένου να εξασφαλίσουν στους παντός είδους σιτεμένους ροκάδες τη σύνταξη και το εφάπαξ.