Boss Hog – Κριτική
Ένα από τα απίστευτα κι όμως αληθινά του rock είναι και το γεγονός ότι από τα απομεινάρια ενός τόσο υπερφίαλου και υπερεκτιμημένου γκρουπ, όσο οι ακραίοι φασαριόζοι της ανατολικής ακτής Pussy Galore, βγήκαν όχι ένα, ούτε δύο, αλλά τρία όλως ενδιαφέροντα και ιδιότυπα σύνολα: οι Jon Spencer Blues Explosion, οι Royal Trax και οι Boss Hog, οι οποίοι και μας απασχολούν εδώ, με αφορμή την πρώτη κυκλοφορία τους σε πολυεθνική δισκογραφική εταιρία. Ο -κατά δηλωσή του- «Ελβις του grunge» (και… μετριόφρων, θα προσθέταμε εμείς) Jon Spencer και η καλή του, Cristina Martinez έβαλαν το γκρουπ εμπρός στα τέλη των ’80s, λίγο μετά τη διάλυση των Galore. Η πρώτη τους εμφάνιση έγινε στο διάσημο νεοϋορκέζικο κλαμπ CBGB με την Cristina να τραγουδά ολόγυμνη (ε, ρε, γλέντια…). Η πρώτη τους κυκλοφορία έγινε μόνο σε κασέτα, ενώ ακολούθησαν τα CD «Cold Hands» και «Girl+». Σταδιακά οι Boss Hog ανέπτυξαν ένα προσωπικό ήχο, συνδυάζοντας επιρροές συχνά ετερόκλητες (punk των ’80s στο ύφος των Flipper και Birthday Party, Μotown και rhythm & blues των ’70s, αρτίστικη φινέτσα τύπου Devo). Το πανόραμα αυτού του ήχου μας το παρουσιάζουν εδώ punk-rock μανιφέστα, παραμορφωμένοι funk ρυθμοί και στίχοι-καταπέλτες για το θυμό, την ανατροπή, το σεξ, το σεξ και το σεξ. Πάντως, αυτοί που ο δίσκος τούς κάνει… το κατάλαβαν ήδη. Το ίδιο ασφαλώς ισχύει και για όσους δεν τους κάνει. Όσο για μένα, οι Boss Hog αποτελούν κλασική περίπτωση γκρουπ που, αν και αδιαφορείς για τους δίσκους του, δεν χάνεις τις συναυλίες του!
- Συνελήφθη στη Γλυφάδα 16χρονος μαθητής που κυκλοφορούσε με μαχαίρια
- Επίκαιρη ερώτηση Ανδρουλάκη σε Μητσοτάκη για την ακρίβεια στην ενέργεια
- Έκρηξη σε διαμέρισμα στους Αγίους Αναργύρους
- Διαδηλώσεις και καταστολή στο Ιράν: Σχεδόν 6.000 νεκροί σύμφωνα με ΜΚΟ
- Χάρι και Μέγκαν: Μαζί στην παγκόσμια πρεμιέρα του ντοκιμαντέρ «Cookie Queens» στο Φεστιβάλ Σάντανς
- Ηράκλειο: Προβλήματα από την κακοκαιρία – Πλημμύρισαν δρόμοι

