Μια απαγορευμένη ταινία (βλ. Citizen Vigilante), ένας «ακυρωμένος» σταρ (βλ. Άρμι Χάμερ) και ένας δισεκατομμυριούχος (και πρώτος τρισεκατομμυριούχος στην ιστορία για κάποιες ημέρες βλ. Έλον Μασκ) είναι το νέο χαράκωμα στους πολιτιστικούς πολέμους του σήμερα. Η ταινία του Ούβε Μπολ σηματοδοτεί την επιστροφή του Χάμερ στην οθόνη με ίσως την πιο επικίνδυνη, διχαστική και βίαιη πολιτική προβοκάτσια της δεκαετίας, που κατηγορείται ευθέως για υποκίνηση ρατσιστικού μίσους.
Η απόφαση του Έλον Μασκ να αναρτήσει όλοκληρη την ταινία στην ψηφιακή πλατφόρμα X (το πρώην Twitter έχει μετατραπεί προ πολλού σε ένα πεδίο γεωπολιτικών και πολιτισμικών συγκρούσεων) στον προσωπικό του λογαριασμό των 240 εκατομμυρίων ακολούθων για 48 ώρες, ξεπέρασε προκάλεσε αντιδράσεις -αν και είναι μια κίνηση που δεν θα έπρεπε να εκπλήσσει.
Ήταν μια συνειδητή πράξη πολιτικού αντάρτικου ενάντια στους ευρωπαϊκούς μηχανισμούς ελέγχου.
Το φιλμ, μια ανεξάρτητη παραγωγή χαμηλού προϋπολογισμού που γυρίστηκε στην Κροατία, είχε ήδη δεχθεί το πιο βαρύ πλήγμα που μπορεί να υποστεί ένα καλλιτεχνικό έργο στην Ευρώπη.
Η ταινία απαγορεύτηκε στη Γερμανία μετά από απόφαση των γερμανικών ρυθμιστικών αρχών να αρνηθούν κατηγορηματικά να χορηγήσουν ηλικιακή σήμανση στην παραγωγή, μια κίνηση που ισοδυναμεί με νομικό θάνατο για τη διανομή του.
Η απόφαση της Γερμανίας πυροδότησε την παρέμβαση του Μασκ που θέλει πάντα να ρίχνει λάδι στις φωτιές. Ως ψηφιακός πολιορκητικός κριός η ανάρτηση έφερε την απαγορευμένη ταινία σε εκατομμύρια σπίτια σε όλο τον πλανήτη, παρακάμπτοντας συνοριακούς ελέγχους, κυβερνητικές αποφάσεις και διεθνείς συνθήκες διανομής.
«Η ταινία που το σύστημα δεν θέλει να δείτε»
H κίνηση του Μασκ εξυμνίστηκε από influencer της δεξιάς και της alt-right φατρίας όπως ο Mπένι Τζόνσον.
To βίντεο του Τζόνσον που αγγίζει σχεδόν το ένα εκατομμύριο προβολών τη στιγμή που γράφω αυτό το άρθρο, είναι ένας από τους πιο γνωστούς Αμερικανούς alt-right/συντηρητικούς influencers, πολιτικούς σχολιαστές και δημιουργούς περιεχομένου.
Στο βίντεο του ο Τζόνσον παίρνει τη σκυτάλη από τον Έλον Μασκ αποθεώνοντας το Citizen Vigilante ως «απόλυτο πολιτικό λάβαρο της alt-right σκηνής».
Ο influencer ισχυρίζεται ότι ο χαρακτήρας του Άρμι Χάμερ αντιπροσωπεύει τον μέσο δυτικό πολίτη που έχει απηυδήσει από την κατάρρευση του νόμου και της τάξης και δίνει έμφαση στη «βία των ισλαμιστών» δικαιολογώντας την ατζέντα του τιμωρού/πρωταγωνιστή ως μια αναγκαία, έστω και βίαιη, αντίδραση
Ο Τζόνσον εργαλειοποιεί πλήρως την απαγόρευση της ταινίας στη Γερμανία. Παρουσιάζει το φιλμ ως μια «απαγορευμένη αλήθεια» και ως ένα μανιφέστο ελευθερίας του λόγου, υποστηρίζοντας ότι οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις πανικοβλήθηκαν επειδή η ταινία δείχνει την «πραγματικότητα» των ανοιχτών συνόρων.
Ο influencer μεταφέρει το narrative της ταινίας στην πραγματική πολιτική ζωή, ισχυρίζεται ότι ο χαρακτήρας του Άρμι Χάμερ αντιπροσωπεύει τον μέσο δυτικό πολίτη που έχει απηυδήσει από την κατάρρευση του νόμου και της τάξης και δίνει έμφαση στη «βία των ισλαμιστών» δικαιολογώντας την ατζέντα του τιμωρού/πρωταγωνιστή ως μια αναγκαία, έστω και βίαιη, αντίδραση.
«Η κίνηση του Μασκ να stream-άρει την ταινία στο X είναι απόλυτη νίκη κατά της παγκόσμιας λογοκρισίας» είπε. «Το θάρρος του Ούβε Μπολ να σπάσει τα χολιγουντιανά ταμπού και να προσλάβει τον ακυρωμένο Άρμι Χάμερ είναι το πρώτο μεγάλο πλήγμα στην cancel culture».
Η δυναμική μετά την ανάρτηση της ταινίας στο Χ από τον Μασκ ήταν τέτοια που το Citizen Vigilante εκτοξεύτηκε άμεσα στη δεύτερη θέση των charts του Apple TV.
Ο Μασκ, μάλιστα, δεν σταμάτησε εκεί. Απαντώντας σε σχετικές αναρτήσεις, φρόντισε να ρίξει κι άλλο λάδι στη φωτιά, δηλώνοντας προκλητικά: «Το Citizen Vigilante 2 θα είναι ακόμα καλύτερο».
«Κινηματογραφική βόμβα που υποκινεί τη βία»
Το κεντρικό επιχείρημα πίσω από την κρατική απαγόρευση της ταινίας δεν αφορούσε απλώς τη γραφική, ωμή βία της, αλλά το γεγονός ότι η βία αυτή είναι ιδεολογικά κατευθυνόμενη.
Το Citizen Vigilante κατηγορείται ευθέως ότι λειτουργεί ως ένα απροκάλυπτο μανιφέστο υποκίνησης μίσους και βίας κατά των μεταναστών, σε μια χρονική συγκυρία όπου οι κοινωνικές ισορροπίες στην Ευρώπη είναι πιο εύθραυστες από ποτέ.
(Προσοχή, spoilers)
Η εναρκτήρια σκηνή της ταινίας δίνει το στίγμα της προβοκάτσιας με τον πιο βάναυσο τρόπο: μια μητέρα μαχαιρώνεται μέχρι θανάτου από μετανάστες εγκληματίες μπροστά στα μάτια του έντρομου γιου της.
Από εκείνο το σημείο και μετά, η ταινία μετατρέπεται σε ένα παραλήρημα αυτοδικίας. Ο κεντρικός ήρωας, ο Σάντερς, τον οποίο υποδύεται ο Άρμι Χάμερ, είναι ένας εύπορος Αμερικανός που ζει στην Ευρώπη και αποφασίζει να πάρει την κατάσταση στα χέρια του.
Η ρητορική του φιλμ πατάει πάνω στα πιο σκοτεινά αντανακλαστικά της άκρας δεξιάς, εργαλειοποιώντας τον φόβο της εγκληματικότητας για να δικαιολογήσει τα πογκρόμ και τις επιθέσεις στον δρόμο
Οι στόχοι του είναι συγκεκριμένοι, και η εθνοτική τους ταυτότητα δεν αφήνεται στην τύχη της. Ο Σάντερς καταδιώκει, βασανίζει και εκτελεί εγκληματίες, με το σενάριο να εστιάζει δυσανάλογα σε άτομα με μεταναστευτικό υπόβαθρο.
Κριτικοί και κοινωνικοί φορείς επισημαίνουν ότι η ταινία δεν κάνει απλώς μια καταγραφή της βίας, αλλά τη ρομαντικοποιεί, παρουσιάζοντας τον ρατσιστικό πυρήνα της αυτοδικίας ως τη μοναδική «λογική» αντίδραση απέναντι στην υποτιθέμενη αδράνεια του κράτους.
Η ρητορική του φιλμ πατάει πάνω στα πιο σκοτεινά αντανακλαστικά της άκρας δεξιάς, εργαλειοποιώντας τον φόβο της εγκληματικότητας για να δικαιολογήσει τα πογκρόμ και τις επιθέσεις στον δρόμο.
Για τους επικριτές του, ο Ούβε Μπολ δημιούργησε ένα επικίνδυνο εργαλείο προπαγάνδας, ικανό να λειτουργήσει ως σπίθα σε μια ήδη εκρηκτική κοινωνική πραγματικότητα.
Ούβε Μπολ, επαγγελματίας προβοκάτορας;
Για όσους γνωρίζουν την ιστορία του σύγχρονου κινηματογράφου, η εμπλοκή του Ούβε Μπολ σε μια τέτοια αντιπαράθεση δεν αποτελεί έκπληξη.
Ο 60χρονος Γερμανός σκηνοθέτης έχει χτίσει μια ολόκληρη καριέρα πάνω στην πρόκληση, τη δυσαρέσκεια των κριτικών και την απόλυτη άρνηση να συμμορφωθεί με τους κανόνες της πολιτικής ορθότητας.
Στις δεκαετίες του 2000 και του 2010, ο Μπολ έγινε διάσημος για τις εξαιρετικά κακές μεταφορές video games στην οθόνη (όπως τα House of the Dead, Alone in the Dark και Postal), κερδίζοντας επάξια τον τίτλο του «χειρότερου σκηνοθέτη όλων των εποχών».
Ωστόσο, δεν ήταν ποτέ ένας ακίνδυνος δημιουργός B-movies. Η σχέση του με τους κριτικούς ήταν πάντα πολεμική – το 2006 έφτασε στο σημείο να προκαλέσει πέντε από τους πιο σκληρούς επικριτές του σε πραγματικούς αγώνες μποξ 10 γύρων, και τους κέρδισε όλους.
«Η θεματολογία είναι μπροστά στα μάτια μας», δήλωσε o Oύβε Μπολ. «Στην Ευρώπη αυτή τη στιγμή, οι δημιουργοί φοβούνται να κάνουν σκληρές πολιτικές ταινίες. Αν αμφισβητήσεις το οτιδήποτε σήμερα, σε αποκαλούν αμέσως Ναζί»
Τα τελευταία χρόνια, ο Μπολ έχει μετατοπίσει το ενδιαφέρον του από το καθαρό entertainment σε μια άκρως επιθετική, πολιτική θεματολογία.
Σε συνέντευξή του, ο Μπολ εμφανίστηκε απόλυτα κυνικός και αμετανόητος για το ιδεολογικό υπόβαθρο του Citizen Vigilante.
Ο Μπολ υποστήριξε ότι η ταινία του «δεν είναι μια φαντασίωση τύπου Τζον Γουίκ, αλλά ένας καθρέφτης της σημερινής κοινωνίας», φέρνοντας ως παράδειγμα τις πρόσφατες βίαιες ταραχές στο Μπέλφαστ.
«Η θεματολογία είναι μπροστά στα μάτια μας», δήλωσε. «Στην Ευρώπη αυτή τη στιγμή, οι δημιουργοί φοβούνται να κάνουν σκληρές πολιτικές ταινίες. Αν αμφισβητήσεις το οτιδήποτε σήμερα, σε αποκαλούν αμέσως Ναζί».
Παράλληλα, ο Μπολ επιτέθηκε στο νομικό σύστημα της χώρας του, κάνοντας λόγο για συνειδητή λογοκρισία: «Χάσαμε τη δικαστική μάχη με ψήφους 6-2. Μου είπαν ότι η ταινία υποκινεί τη βία κατά των μεταναστών. Είναι παράλογο».
Από τις καταγγελίες για κανιβαλισμό στην οθόνη
Το δεύτερο μεγάλο στοίχημα της ταινίας, πέρα από το πολιτικό της περιεχόμενο, ήταν η επιλογή του πρωταγωνιστή.
Ο Ούβε Μπολ επέλεξε να δώσει τον κεντρικό ρόλο στον Άρμι Χάμερ, έναν άνθρωπο που μέχρι πριν από λίγα χρόνια θεωρούνταν ένα από τα πιο λαμπερά ονόματα της γενιάς του, έχοντας πρωταγωνιστήσει σε οσκαρικά φιλμ όπως το The Social Network και το Call Me by Your Name.
Η καριέρα του Χάμερ γκρεμίστηκε ολοκληρωτικά το 2021, όταν βρέθηκε στο επίκεντρο σοκαριστικών κατηγοριών για σεξουαλική κακοποίηση, βίαιες συμπεριφορές και κανιβαλιστικές φαντασιώσεις.
Αν και μετά από πολυετή έρευνα οι εισαγγελείς του Λος Άντζελες αποφάσισαν το 2023 να μην ασκήσουν ποινική δίωξη εις βάρος του λόγω έλλειψης στοιχείων, το Χόλιγουντ είχε ήδη προχωρήσει στην πλήρη «ακύρωσή» του. Ηθοποιοί, ατζέντηδες και στούντιο του γύρισαν την πλάτη.
Η επιλογή του Μπολ να διαλέξει τον Χάμερ κούμπωσε τέλεια με τη συνολική φιλοσοφία της ταινίας: μια παραγωγή φτιαγμένη από τους «απόκληρους» του συστήματος, που απευθύνεται σε ένα κοινό που νιώθει εξίσου αποκλεισμένο από την κυρίαρχη πολιτική ατζέντα που δεν τιμωρεί τους βίαιους μετανάστες
Το Citizen Vigilante αποτελεί την πρώτη του απόπειρα να επιστρέψει στο σινεμά, και ο ίδιος ο Χάμερ δεν έκρυψε την απόγνωσή του για την κατάσταση στην οποία είχε περιέλθει.
«Όταν έμαθα ότι ο Ούβε Μπολ με ήθελε για το project, έβαλα τα κλάματα», εξομολογήθηκε σε συνέντευξή του στο The Hollywood Reporter. «Θα έκανα ακόμα και μια γαμημένη διαφήμιση για γατοτροφή. Ήθελα απλώς να δουλέψω ξανά. Έφερα πολύ επικίνδυνους ανθρώπους στη ζωή μου, εξόργισα πολλούς, αλλά δεν έκανα όσα μου καταλόγισαν».
Η επιλογή του Μπολ να χρησιμοποιήσει τον συγκεκριμένο ηθοποιό κούμπωσε τέλεια με τη συνολική φιλοσοφία της ταινίας: μια παραγωγή φτιαγμένη από τους «απόκληρους» του συστήματος, που απευθύνεται σε ένα κοινό που νιώθει εξίσου αποκλεισμένο από την κυρίαρχη πολιτική ατζέντα γράφει ο Independent.
«Στρατόπεδο των απόκληρων»
Η συνεργασία του Ούβε Μπολ με τον Άρμι Χάμερ φαίνεται πως είναι μόνο η αρχή ενός πολύ μεγαλύτερου και εξαιρετικά προκλητικού σχεδίου.
Ο Γερμανός σκηνοθέτης, βλέποντας την επιτυχία που είχε η στρατηγική του στο X και στις εναλλακτικές πλατφόρμες διανομής, εξέφρασε την επιθυμία να δημιουργήσει μια ιδιότυπη ομάδα τύπου The Expendables, αποτελούμενη αποκλειστικά από κορυφαίους ηθοποιούς που έχουν πέσει θύματα της cancel culture.
Στο στόχαστρο του Μπολ βρίσκεται ήδη ο Κέβιν Σπέισι, ένας από τους πιο χαρισματικούς ηθοποιούς της γενιάς του, του οποίου η καριέρα επίσης πάγωσε μετά από δικαστικές περιπέτειες, παρά το γεγονός ότι αθωώθηκε στις περισσότερες από αυτές.
«Θα ήθελα πάρα πολύ να δώσω στον Κέβιν Σπέισι έναν δυνατό ανδρικό ρόλο σε μια από τις επόμενες ταινίες μου», δήλωσε ο Μπολ. «Είναι άδικο αυτό που του συμβαίνει. Κέρδισε όλες τις δίκες και τώρα είναι αναγκασμένος να παίζει σε πάμφτηνες, περίεργες παραγωγές στην επαρχία επειδή το Χόλιγουντ φοβάται. Ξέρω ότι αν τον προσλάβω, η ταινία μου δεν θα βρει ποτέ διανομή στην Αμερική, αλλά δεν με νοιάζει».
Ο Μπολ προσπαθεί να μετατρέψει το σινεμά του σε ένα καταφύγιο για όσους η βιομηχανία του θεάματος θεωρεί «τοξικούς».
Επιτιθέμενος ευθέως στους κολοσσούς του streaming, όπως το Netflix, η Amazon και η Apple, ο Γερμανός δημιουργός τούς κατηγορεί ότι ελέγχονται πλήρως από την αριστερή πτέρυγα και την πολιτική ορθότητα, με αποτέλεσμα να μην εγκρίνουν ποτέ σενάρια που ασκούν σκληρή, συντηρητική κριτική στην κοινωνική πραγματικότητα.
Ταινία των καιρών μας
Το φαινόμενο του Citizen Vigilante ξεπερνά τα στενά όρια μιας κινηματογραφικής κριτικής με την ταινία να δείχνει να είναι απόλυτο σύμπτωμα μιας εποχής βαθιάς πόλωσης, όπου η τέχνη, η τεχνολογία και η πολιτική συγκρούονται χωρίς κανόνες.
Από τη μία πλευρά, υπάρχουν κυβερνήσεις και θεσμικοί φορείς που επιχειρούν να ανακόψουν την άνοδο του εθνικισμού και της ξενοφοβίας, χρησιμοποιώντας ακόμα και τη μέθοδο της κρατικής λογοκρισίας απέναντι σε έργα που θεωρούν ότι υποκινούν το μίσος.
Από την άλλη πλευρά, ο Μασκ και η ψηφιακή λεγεώνα του δημιουργεί μια νέα, ανεξέλεγκτη πραγματικότητα.
Η δυνατότητα ενός και μόνο ανθρώπου να ακυρώνει τις αποφάσεις κυβερνητικών οργάνων και να διανέμει απαγορευμένο περιεχόμενο σε εκατοντάδες εκατομμύρια πολίτες με το πάτημα ενός κουμπιού, αλλάζει ριζικά τους όρους του παιχνιδιού.
Το Citizen Vigilante σίγουρα δεν είναι ένα κινηματογραφικό αριστούργημα –ο ίδιος ο Μπολ παραμένει ένας σκηνοθέτης που λατρεύει την υπερβολή και το σοκ– αλλά η πολιτική του επίδραση είναι αδιαμφισβήτητη.
Η ταινία κατάφερε να ενώσει την οργή για το μεταναστευτικό, την κουλτούρα της αυτοδικίας, την cancel culture και τη μάχη για την ελευθερία του λόγου σε ένα εκρηκτικό μείγμα, αποδεικνύοντας ότι το σινεμά μπορεί ακόμα να γίνει ο πιο επικίνδυνος καθρέφτης των κοινωνικών μας νευρώσεων.
Οι ψυχολόγοι υποστηρίζουν ότι υπάρχει μια διαφορετική μορφή ευφυΐας, η οποία δεν αποτυπώνεται εύκολα σε τεστ και μπορεί να είναι ακόμη πιο σημαντική για τη δημιουργικότητα