Για να ανέβουν οι μισθοί πρέπει να αυξηθεί η παραγωγικότητα. Πόσες φορές έχετε ακούσει ή διαβάσει την παραπάνω φράση; Την επαναλαμβάνουν σαν ινδουιστικό μάντρα ισχυροί άνδρες της οικονομίας, όπως κεντρικός τραπεζίτης Γιάννης Στουρνάρας και ο πρόεδρος του Συνδέσμου Επιχειρήσεων και Βιομηχανιών Σπύρος Θεοδωρόπουλος. Μας το υπενθύμισε η νέα έκθεση του Ιδρύματος Οικονομικών και Βιομηχανικών Ερευνών (ΙΟΒΕ) για λογαριασμό του ΣΕΒ.

Η αύξηση της παραγωγικότητας είναι ο κύριος στόχος του σχεδίου Πισσαρίδης 2.0, που συντάσσεται συνεργασία με τον ΟΟΣΑ, όπως προανήγγειλε ο αντιπρόεδρος της κυβέρνησης Κωστής Χατζηδάκης, στο Οικονομικό Φόρουμ των Δελφών.

Η χαμηλή παραγωγικότητα καθιστά απαγορευτική  τη μείωση των ωρών εργασίας, απάντησαν εργοδοτικές ενώσεις και επιμελητήρια στην πρόταση του ΠΑΣΟΚ για 4ήμερη εργασία.

παραγωγικότητα

Υψηλότερη παραγωγικότητα δε σημαίνει πιο σκληρή δουλειά

Η παραγωγικότητα βρίσκεται στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος των θεσμικών, επιχειρηματικών και επαγγελματικών φορέων. Κυριαρχεί στη ρητορική της κυβέρνησης και στις προτάσεις της αντιπολίτευσης. Όμως το πώς αντιλαμβάνεται ο καθένας μας την αύξηση της παραγωγικότητας, διαφέρει.

Μια συνηθισμένη παρεξήγηση είναι να ταυτίζουμε την παραγωγικότητα με την εντατικοποίηση και τα ξεχειλωμένα ωράρια. Δηλαδή να δουλεύουμε περισσότερο και πιο σκληρά για να παράγουμε περισσότερα.

Στην πραγματικότητα ισχύει το αντίθετο, τουλάχιστον σε μακροπρόθεσμη βάση. Οι κλάδοι με υψηλότερη παραγωγικότητα, π.χ. σε τομείς έντασης κεφαλαίου, γνώσης και καινοτομίας, πετυχαίνουν καλύτερα αποτελέσματα με λιγότερες ώρες εργασίας, σε σύγκριση με τους κλάδους χαμηλής παραγωγικότητας, που βασίζονται στην ένταση εργασίας και την επιμήκυνση του ωραρίου.

Η παραγωγικότητα της εργασίας (π.χ. ΑΕΠανά ώρα εργασίας ή ανά εργαζόμενο), είναι μόνο μια συνιστώσα της ολικής παραγωγικότητας συντελεστών (Τοtal Factor Productivity – TFP). Σε αυτήν, όπως εξηγεί η παρουσίαση του ΙΟΒΕ, λαμβάνεται επίσης υπόψιν το μερίδιο των κερδών και των αμοιβών στην πραγματική προστιθέμενη αξία και η εμβάθυνση κεφαλαίου, δηλαδή ο λόγος Κεφαλαίου προς Εργασία.

Η παραγωγικότητα ανά κλάδο

Για να μη χαθούμε στη μετάφραση των οικονομικών όρων, ας έχουμε απλά στο μυαλό μας ότι η σκληρή δουλειά, εκτός του ότι «τρώει τον αφέντη» ή ακριβέστερα εξαντλεί τον εργαζόμενο, δεν σημαίνει απαραίτητα καλοπληρωμένη, ούτε παραγωγική δουλειά. Η νέα ανάλυση του Ινστιτούτου ΕΝΑ, στο πλαίσιο της σειράς «Focus», εστιάζει στην παραγωγικότητα της εργασίας στους επιμέρους κλάδους της ελληνικής οικονομίας.

Αποδεικνύει ότι το περίφημο «χάσμα παραγωγικότητας» μεταξύ Ελλάδας-ΕΕ,  δεν οφείλεται σε κάποιο υποτιθέμενο έλλειμμα αποδοτικότητας των εργαζομένων, αλλά σε βαθιές ανισορροπίες στη δομή της απασχόλησης και της οικονομικής δραστηριότητας.

Η υπέρμετρη εξάρτηση από τον κλάδο των υπηρεσιών, ιδίως από δραστηριότητες έντασης εργασίας, χαμηλής παραγωγικότητας και έντονης εποχικότητας (εστίαση-καταλύματα, εμπόριο), διαιωνίζει το χάσμα με την Ευρώπη, αντί να το γεφυρώνει.

Στο 45% του μέσου όρου της ΕΕ η παραγωγικότητα στην Ελλάδα

Ανατρέχοντας στα στοιχεία της Eurostat για τις διαρθρωτικές στατιστικές επιχειρήσεων, η έκθεση διαπιστώνει ότι η παραγωγικότητα στη χώρα μας βρίσκεται στο 45% του ευρωπαϊκού μέσου όρου. Ο συγκεκριμένος δείκτης αφορά τον επιχειρηματικό-μη αγροτικό τομέα και την παραγόμενη αξία ανά εργαζόμενο.  Συγκεκριμένα, το 2023 κάθε απασχολούμενος στην Ελλάδα παρήγαγε αξία 29,3 χιλιάδων ευρώ έναντι 64,5 χιλιάδων ευρώ στην ΕΕ-27.

Σύμφωνα με την ανάλυση του ΕΝΑ-Focus, η υστέρηση παραγωγικότητας είναι και ο βασικότερος λόγος του χαμηλότερου κατά κεφαλή εισοδήματος στη χώρα μας.

Η έκθεση παραδέχεται ότι υπάρχουν παράγοντες που επηρεάζουν την παραγωγικότητα που δεν είναι εύκολα μετρήσιμοι: η τεχνολογία παραγωγής, οι δεξιότητες των απασχολούμενων, οι δημόσιες υποδομές, η οργάνωση της παραγωγικής διαδικασίας, η λειτουργία των θεσμών κ.ά.

Υπάρχουν όμως και παράγοντες που μπορούν να μετρηθούν σχετικά εύκολα, όπως οι κλάδοι στους οποίους δραστηριοποιούνται οι επιχειρήσεις. Προχωρά στη διάκριση μεταξύ κλάδων έντασης κεφαλαίου (συνήθως η μεταποίηση) στους οποίους η παραγωγικότητα της εργασίας είναι υψηλή και σε κλάδους έντασης εργασίας (συνήθως οι υπηρεσίες) όπου η παραγωγικότητα είναι χαμηλή.

Οι κλάδοι έντασης κεφαλαίου βασίζονται περισσότερο στις υποδομές, τις επενδύσεις σε μηχανήματα, εξοπλισμό, τεχνολογία κ.λπ. Οι κλάδοι έντασης εργασίας βασίζονται περισσότερο στην εκμετάλλευση της χειρωνακτικής (αλλά και διανοητικής) δουλειάς και στον μεγάλο αριθμό εργαζομένων.

Πού υστερούμε περισσότερο και πού λιγότερο

Η έκθεση εξετάζει την παραγωγικότητα της εργασίας σε οκτώ βασικούς κλάδους, που συγκεντρώνουν πάνω από το 80% της συνολικής απασχόλησης του επιχειρηματικού – μη αγροτικού τομέα.

Αν και η Ελλάδα υστερεί στην παραγωγικότητα σε όλους τους τομείς επιχειρηματικής δραστηριότητας, υπάρχουν σημαντικές διαφορές από κλάδο σε κλάδο.

Για παράδειγμα, η ελληνική παραγωγικότητα είναι στο 71% του μέσου όρου των χωρών της ΕΕ στον κλάδο των Μεταφορών και Αποθήκευσης, στο 56% στον κλάδο της Μεταποίησης, στο 46% στον κλάδο του Εμπορίου και στο 43% στον κλάδο της Εστίασης και Καταλυμάτων.

Η υστέρηση της παραγωγικότητας στην Ελλάδα είναι σχετικά μικρότερη στους κλάδους έντασης κεφαλαίου και μεγαλύτερη στους κλάδους έντασης εργασίας.

Διαφορές μεταξύ των κλάδων

Η παραγωγικότητα στον κλάδο της Μεταποίησης είναι 3,8 φορές μεγαλύτερη από την αντίστοιχη παραγωγικότητα στον κλάδο της Εστίασης και Καταλυμάτων.

Με άλλα λόγια, ένας μέσος εργαζόμενος στη Βιομηχανία παράγει σχεδόν τετραπλάσια προστιθέμενη αξία από έναν μέσο εργαζόμενο στον Τουρισμό.

Αυτή η διαφορά δεν είναι ελληνική ιδιαιτερότητα, αλλά παρατηρείται και σε άλλες χώρες της ΕΕ. Σχετίζεται με το κεφαλαιακό απόθεμα που υπάρχει σε κάθε κλάδο (μηχανολογικό εξοπλισμό, υποδομές κ.λπ.).

Όπως αναφέρει η έκθεση, η παραγωγικότητα κάθε εργαζόμενου εξαρτάται και από την ποσότητα και την ποιότητα (επίπεδο τεχνολογίας) του μηχανολογικού εξοπλισμού που χρησιμοποιεί. Κατά συνέπεια η χαμηλή παραγωγικότητα σε κάποιους κλάδους αντανακλά χαμηλές επενδύσεις τεχνολογίας στους κλάδους αυτούς.

Ζητείται αλλαγή παραγωγικού υποδείγματος

Η έκθεση τονίζει ότι αν και υπάρχουν περιθώρια βελτίωσης για τον κάθε κλάδο ξεχωριστά, η συζήτηση περί παραγωγικότητας συνολικά, αποκτά νόημα μόνο σε συνδυασμό με την αλλαγή του παραγωγικού υποδείγματος.

Στην Ελλάδα τα τελευταία στοιχεία δεν είναι ενθαρρυντικά.  Μεταξύ 2021-25 η αύξηση της απασχόλησης στον κλάδο της Μεταποίησης ήταν 7,6%. Στον κλάδο της Εστίασης και Καταλυμάτων ήταν 23,1%. «Η ενίσχυση κλάδων έντασης εργασίας και με χαμηλή παραγωγικότητα δεν λειτουργεί προς την σύγκλιση της χώρας μας, σε όρους παραγωγικότητας, με τον μέσο όρο των χωρών της ΕΕ», καταλήγει το ΕΝΑ-Focus.