Χθες ολίγον προ της μεσημβρίας προσήλθεν, συνοδευόμενος υπό του συνηγόρου του, ο εκ των κατηγορουμένων κ. Νικ. Καζαντζάκης ενώπιον του ανακριτού του 6ου τμήματος κ. Σουργιαδάκη, εις ον και ενεχείρισεν υπόμνημα κοινόν δι’ εαυτόν και τον Παναΐτ Ιστράτι.

Ο κ. Καζαντζάκης απέφυγε ν’ απολογηθή διά ζώσης δηλώσας ό,τι αναφέρεται εις το υπόμνημά του.


«ΕΛΕΥΘΕΡΟΝ ΒΗΜΑ», 19.1.1928, Ιστορικό Αρχείο «ΤΟ ΒΗΜΑ» & «ΤΑ ΝΕΑ»

Το απόγευμα προσήλθεν ενώπιον του ανακριτού ο κ. Ιστράτι, ο οποίος και απελογήθη προφορικώς, διερμηνεύοντος του κ. Τοράκη. Σχετικώς με υποβληθέν αυτώ ερώτημα περί τα εις φύλλον της εφημερίδος «Ριζοσπάστης» γραφόμενα ότι θα εγκαλέση το κράτος και την δικαιοσύνην διά την δίωξίν του, ο κ. Ιστράτι απήντησεν ότι ταύτα δεν εγράφησαν υπ’ αυτού. Ανεφέρθη και ούτος εις το υπόμνημα διά την πλήρη απολογίαν του.


«ΕΛΕΥΘΕΡΟΝ ΒΗΜΑ», 19.1.1928, Ιστορικό Αρχείο «ΤΟ ΒΗΜΑ» & «ΤΑ ΝΕΑ»

Ομοφωνία εισαγγελέως και ανακριτού αφέθησαν ελεύθεροι οι κ.κ. Καζαντζάκης και Ιστράτι, καθ’ όσον εκρίθη ότι δεν ήσαν ύποπτοι φυγής μέχρι της εκδόσεως του οριστικού βουλεύματος υπό του συμβουλίου των πλημμελειοδικών. Σήμερον θα προσέλθη ενώπιον του ανακριτού, ίνα απολογηθή, ο κ. Γληνός, ο οποίος θα υποβάλη ίδιον υπόμνημα.

Ο εισαγγελεύς κ. Κιουρτσάκης ενεργεί αυτεπαγγέλτως προανάκρισιν κατά των κ.κ. Ιστράτι, Καζαντζάκη και Χαριτάκη, τμηματάρχου του υπουργείου της Προνοίας, οίτινες προ ημερών μετέβησαν εις το φθισιατρείον «Σωτηρία» και συνέστησαν εις τους αρρώστους να εγκαταλείψουν το ίδρυμα και να εγκατασταθώσιν εις τας επαύλεις της Κηφισσίας, διότι το εν λόγω φθισιατρείον (σ.σ. σανατόριο) αποτελεί αίσχος διά πολιτισμένον κράτος.


«Ο ΤΑΧΥΔΡΟΜΟΣ», 16.7.1955, Ιστορικό Αρχείο «ΤΟ ΒΗΜΑ» & «ΤΑ ΝΕΑ»

Εις το υπόμνημά των οι κ.κ. Ιστράτι και Καζαντζάκης αποκρούουν την κατ’ αυτών κατηγορίαν ως αβάσιμον και νόμω αστήρικτον και αναφέροντες ρήσιν του Γουλιέλμου Λίβκνεχτ (σ.σ. Wilhelm Liebknecht, 1826- 1900), ηγέτου των Γερμανών σοσιαλιστών, ην ούτος είπε κατά την εν έτει 1878 αγόρευσίν του εις το Ράιχσταγ, προκειμένου να ψηφισθή νομοσχέδιον διά την δίωξιν των σοσιαλιστών: «Κτυπάτε μας όσον μπορείτε. Όμως μη μας συκοφαντήτε», δηλούν ότι είνε δικαίωμα των αρχών να τους καταδιώξουν διά τας ιδέας των, αποτελεί δε συκοφαντίαν το να τοις αποδίδεται η κατηγορία ότι είνε μίσθαρνα όργανα της Γ’ Διεθνούς, ή ότι είνε πράκτορες της Μόσχας.

Μετά της Μόσχας λέγουν ότι έχουν μόνον πνευματικήν σχέσιν.


Περαιτέρω δηλούν ότι είνε ορθόδοξοι μαρξισταί, πιστεύοντες εις την αρχήν της πάλης των τάξεων, μη ανήκοντες εις το επίσημον κομμουνιστικόν κόμμα. Είνε, προσθέτουν, απλώς διανοούμενοι επαναστάται, ανθρωπισταί, κήρυκες και εργάται διά την δημιουργίαν μιας καλλιτέρας αύριον, ήτις θα εξασφαλίση εις τον άνθρωπον μίαν πραγματικήν κοινωνικήν δικαιοσύνην και ισότητα.

[…]


Δεν αποκρούουν τον χαρακτηρισμόν των ως ανατροπέων της καθεστώσης κοινωνικής τάξεως, ην θεωρούν ως τυραννίαν και εκμετάλλευσιν των αδυνάτων υπό των ισχυρών, τονίζοντες ότι ο κεφαλαιοκρατισμός αποτελεί ήδη εμπόδιον εις την ανθρωπίνην εξέλιξιν.

[…]

*Άρθρο που είχε δημοσιευτεί στην εφημερίδα «Ελεύθερον Βήμα» την Πέμπτη 19 Ιανουαρίου 1928. Ο τίτλος του δημοσιεύματος ήταν ο εξής: «Οι κ.κ. Ιστράτι και Καζαντζάκης απολογούμενοι απέκρουσαν ότι είνε όργανα της Γ’ Διεθνούς».


Αρχής γενομένης από το 1927, ένας στενός δεσμός φιλίας, εκτιμήσεως και ιδεολογικού προσανατολισμού συνέδεσε τον Καζαντζάκη με τον Παναΐτ Ιστράτι, το σπουδαίο ελληνορουμάνο πεζογράφο (1884-1935), τον επονομασθέντα «Γκόρκι των Βαλκανίων».


Ο Νίκος Καζαντζάκης γεννήθηκε στο Ηράκλειο της τουρκοκρατούμενης Κρήτης στις 3 Μαρτίου (18 Φεβρουαρίου σύμφωνα με το παλαιό ημερολόγιο) 1883 και απεβίωσε στο Φράιμπουργκ της Γερμανίας στις 26 Οκτωβρίου 1957.

Στην κεντρική φωτογραφία του παρόντος άρθρου, ο Νίκος Καζαντζάκης μαζί με τον Παναΐτ Ιστράτι στην ΕΣΣΔ το 1927.