«Εσείς μιλάτε για κέρδη και ζημιές, εμείς μιλάμε για ανθρώπινες ζωές». Παλιό το σύνθημα πολλών εργατικών διαδηλώσεων, μπορεί να ακούγεται ακόμη και «ξύλινο» στα αυτιά ορισμένων, όμως δεν παύει να παραμένει τραγικά επίκαιρο στον απόηχο ενός δυστυχήματος που στοίχησε τη ζωή σε πέντε εργάτριες. Γιατί η ιστορία της βιομηχανίας, στον τόπο μας αλλά και παγκοσμίως, είναι η ιστορία της μεγάλης σύγκρουσης ανάμεσα στην ανάγκη για υγιεινή και ασφάλεια στην εργασία, σε όλες τις πλευρές της από την ύπαρξη ασφαλών εγκαταστάσεων έως την αποφυγή του διαρκώς διευρυνόμενου φάσματος ασθενειών που σχετίζονται με την εργασία και τις συνθήκης, και τη διαρκή πίεση για μείωση του κόστους παραγωγής και αύξηση των κερδών. Και ήταν μεγάλοι αγώνες αυτοί που επέβαλαν και κατοχύρωσαν την ύπαρξη μέτρων ασφάλειας και ελέγχων για αυτά.

Η δήλωση της αρμόδιας υπουργού ότι η χώρα μας βρίσκεται σε πολύ χαμηλή θέση ως προς τη συχνότητα θανατηφόρων εργατικών ατυχημάτων, που υπερπροβλήθηκε στη συνέχεια από τον κυβερνητικό εκπρόσωπο που έφτασε μέχρι του σημείου να αντιμετωπίσει ως συνωμοσιολόγους όσους είχαν διαφορετική γνώμη, έρχεται να συγκρουστεί με τις κατ’ επανάληψη τοποθετήσεις από τη μεριά εκπροσώπων των εργατικών σωματείων ότι καταγράφεται αύξηση των θανατηφόρων ατυχημάτων σε σχέση με προηγούμενα χρόνια στην Ελλάδα, ότι υπάρχει εκτεταμένη υποκαταγραφή των εργατικών ατυχημάτων και των θανάτων που σχετίζονται με την εργασία σε σχέση με άλλες ευρωπαϊκές χώρες, εξαιτίας και του ίδιου του τρόπου οι επίσημες στατιστικές δεν προσμετρούν το σύνολο των θανάτων και των βλαβών υγείας που έχουν να κάνουν με την εργασία σε αυτή την κατηγορία.

Και το πρόβλημα δεν είναι τωρινό. Στην πρόσφατη ιστορία έχουμε δει την «ανάπτυξη» να συνδυάζεται με κόστος σε ανθρώπινες ζωές. Τα εργατικά ατυχήματα στα Ολυμπιακά έργα αποτελούν μια τέτοια τραγική υπόμνηση.

Σε όλα αυτά προστίθεται και ο τρόπος που αντιμετωπίζεται η ίδια η έννοια της ασφάλειας σήμερα.

Από τη μια, ζούμε σε κοινωνίες όπου υποτίθεται ότι η ασφάλεια και η αποφυγή κινδύνου βρίσκονται στην πρώτη προτεραιότητα, σε όλες τις όψεις της ζωής, συμπεριλαμβανόμενης της πολύ μεγαλύτερης επίγνωσης και τεκμηρίωσης των κινδύνων και αρνητικών επιπτώσεων από τις συνθήκες εργασίας.

Από την άλλη, η ίδια η έννοια του ελέγχου και της ρύθμισης αντιμετωπίζεται, καιρό τώρα, ως εμπόδιο στην οικονομική ανάπτυξη και σε αρκετές περιπτώσεις ταυτίζεται με τη γραφειοκρατία και τα προσκόμματα στην επιχειρηματικότητα, παραβλέποντας ότι ένα μέρος της ελεγκτικής διαδικασίας αναφέρεται ακριβώς στην υγιεινή και ασφάλεια στην εργασία.

Ούτε κάνει τα πράγματα καλύτερα η υποκατάσταση του δημόσιου ελέγχου, που συχνά καθίσταται αδύνατος εξαιτίας της διαχρονικής και συστηματικής υποστελέχωσης των σχετικών δημόσιων φορέων, από την απλή βεβαίωση από πιστοποιημένους επαγγελματίες, ή η διαρκής επίκληση της «ατομικής ευθύνης».

Όμως, υπάρχει και κάτι ακόμη: την ώρα που είναι γνωστό ότι η ιστορία των μέτρων υγιεινής και ασφάλειας είναι μια ιστορία αγώνων, οι χώροι εργασίας παραμένουν άβατα τις περισσότερες φορές για τα συνδικάτα και τις ομοσπονδίες. Οι κλειστές πόρτες που συναντούν οι εκπρόσωποί τους πολύ συχνά όταν επισκέπτονται βιομηχανικές μονάδες αποτελούν μια διαρκή -και τελικά πολύ επικίνδυνη- υπονόμευση της δυνατότητας να αναδειχθούν εγκαίρως πραγματικά προβλήματα ή να αρθρωθούν συγκεκριμένα αιτήματα. Αυτά που εάν ικανοποιούνταν θα απέτρεπαν ίσως μια τραγωδία.

Και βέβαια δεν μπορεί κανείς να υπογραμμίσει ότι και σε αυτό το ζήτημα η κυβέρνηση επέλεξε να κάνει πράξη το ιδιαίτερο ήθος διακυβέρνησης που έχει επιλέξει να εμπεδώσει και το οποίο έγκειται στο ότι δεν έχει καμία ευθύνη και όποιος την εγκαλεί σε σχέση με ευθύνη απλώς θέλει να εκτροχιαστεί η αναπτυξιακή πορεία της χώρας. Με αποτέλεσμα, εκεί που θα περίμενε κανείς έστω και ρητορικές (ή ακόμη και υποκριτικές) δηλώσεις για το πώς θα αυστηροποιηθούν οι έλεγχοι, θα επανεξεταστούν οι προδιαγραφές και θα απαιτηθούν περισσότερα μέτρα ασφάλειας, αυτό που είδαμε ήταν μια επίθεση σε όποια και όποιον έγειρε έστω και ερωτήματα για το εάν όντως αυτή η κυβέρνηση (που σε μερικούς μήνες θα συμπληρώσει 7 χρόνια στην εξουσία) έκανε όντως όσα μπορούσε να είχε κάνει για να γίνουν ασφαλέστεροι οι χώροι δουλειάς. Την ώρα που – γιατί δεν πρέπει να το ξεχνάμε – πέντε εργάτριες πήγαν για δουλειά και δεν επέστρεψαν ποτέ.