Προτεραιότητα η τσέπη ή οι ανατροπές κυβερνήσεων: Αντιφατικά μηνύματα στέλνουν οι Αμερικανοί
Με τις ενδιάμεσες εκλογές στις ΗΠΑ να πλησιάζουν, οι περισσότεροι Αμερικανοί εναντιώνονται στην επιχείρηση απαγωγής του Μαδούρο, ωστόσο, αυτή η πλειονότητα δεν φαίνεται τόσο ισχυρή ώστε να καταδικάσει τους Ρεπουμπλικάνους.
Μόλις 48 ώρες μετά την απαγωγή του ηγέτη της Βενεζουέλας Νικολάς Μαδούρο, από τις αμερικανικές ειδικές δυνάμεις, βγήκε η πρώτη δημοσκόπηση στις ΗΠΑ που καταγράφει πως αντέδρασαν οι Αμερικανοί. Παραδόξως, για μια δημοκρατική και ανεπτυγμένη χώρα, τα ποσοστά εκείνων που υποστηρίζουν παράνομες και ιμπεριαλιστικές περιπέτειες δεν είναι τόσο μικρά.
Η δημοσκόπηση της Washington Post διαπιστώνει ότι οι Αμερικανοί είναι σχεδόν μοιρασμένοι ανάμεσα σε αποδοχή και αποδοκιμασία για την αποστολή δυνάμεων των ΗΠΑ με σκοπό τη σύλληψη του Μαδούρο, αν και οι περισσότεροι λένε ότι η επιχείρηση θα έπρεπε να είχε απαιτήσει έγκριση από το Κογκρέσο.
Το κοινό είναι επίσης επιφυλακτικό απέναντι στο ενδεχόμενο οι ΗΠΑ να αναλάβουν τον έλεγχο της κυβέρνησης της Βενεζουέλας ή να αποφασίσουν ποιος θα την ηγείται, αλλά παραμένουν πολλοί οι Αμερικανοί που θέλουν η χώρα τους να επεμβαίνει σε χώρες σαν τη Βενεζουέλα.
Ειδικότερα, 4 στους 10 Αμερικανούς (40%) εγκρίνουν την αποστολή στρατιωτικών δυνάμεων στη Βενεζουέλα για τη σύλληψη του Μαδούρο, περίπου το ίδιο ποσοστό την αποδοκιμάζει (42%), και σχεδόν 1 στους 5 δηλώνει αβέβαιος.
Περισσότεροι από 6 στους 10 Αμερικανούς λένε ότι η επιχείρηση θα έπρεπε να είχε απαιτήσει έγκριση από το Κογκρέσο, ενώ λιγότεροι από 4 στους 10 θεωρούν σωστό να τη διατάξει ο Τραμπ μόνος του.
Είναι εντυπωσιακό ότι οι μισοί λένε ότι οι ΗΠΑ θα έπρεπε να δικάσουν τον Μαδούρο για διακίνηση ναρκωτικών, αν και αυτό είναι από κάθε άποψη παράνομο. Μόνο 14% λέει ότι δεν θα έπρεπε να συμβεί αυτό, ενώ 36% δηλώνει αβέβαιο.
Ενώ σχεδόν όλοι οι Αμερικανοί -94%- λένε ότι ο λαός της Βενεζουέλας πρέπει να αποφασίσει ποιος θα ηγείται της χώρας, ταυτόχρονα ένα ισχυρό 24% υποστηρίζει πως πρέπει οι ΗΠΑ να αναλάβουν τον έλεγχο της Βενεζουέλας, ενώ ένα 30% δηλώνει αβέβαια. Πρόκειται για έναν παράδοξο εύρημα που δείχνει ίσως την -επικίνδυνη- σύγχυση των Αμερικανών πολιτών.
Θα του κοστίσει του Τραμπ;
Μπορεί το 42% που αντιτίθενται στην επέμβαση να φαντάζει μικρό για μια χώρα δημοκρατική, ωστόσο, είναι επίσης και μικρό για να δημιουργεί αισιοδοξία στον Τραμπ ενόψει των ενδιάμεσων εκλογών τον Νοέμβριο.
«Η εισβολή του Τραμπ στη Βενεζουέλα εισήγαγε μια ασταθή εξωτερική σύγκρουση σε ένα πολιτικό περιβάλλον που καθορίζεται από την αγωνία των ψηφοφόρων για τις υψηλές τιμές και μια αγορά εργασίας που δείχνει σημάδια κόπωσης. Το αν ο Τραμπ μπορεί να ισορροπήσει μια υψηλού ρίσκου παρέμβαση στο εξωτερικό, πείθοντας ταυτόχρονα τους ψηφοφόρους ότι σημειώνει πρόοδο στην οικονομία, αναμένεται να καθορίσει το πολιτικό αποτέλεσμα τον Νοέμβριο», σημειώνει η Wall Street Journal επικαλούμενη στρατηγικούς συμβούλους και δημοσκόπους.
Κατά την προεκλογική εκστρατεία, ο Τραμπ -αναφέρει η αμερικανική εφημερίδα- υποσχέθηκε να μειώσει τις τιμές καταναλωτή και να ενισχύσει τις προοπτικές απασχόλησης των Αμερικανών εργαζομένων, σταματώντας την παράνομη μετανάστευση και ενισχύοντας την εγχώρια μεταποίηση μέσω της επιβολής δασμών στα εισαγόμενα αγαθά.
Οι δασμοί έχουν συμβάλλει στη διατήρηση του πληθωρισμού, καθώς οι επιχειρήσεις μετακυλίουν μέρος του κόστους στους καταναλωτές, ενώ η ανεργία ανέβηκε σε υψηλό τετραετίας τον Νοέμβριο. Η οικονομική ανάπτυξη έχει αποδειχθεί ανθεκτική, αλλά το καταναλωτικό κλίμα παραμένει εξαιρετικά κακό.
Αν δεν πάνε καλά τα πράγματα
«Αν τα πράγματα πάνε άσχημα, αυτό θα είναι τεράστιο. Αν πάνε καλά και δεν μείνουμε εκεί για πολύ, είναι θετικό», είπε ο Γουές Άντερσον, Ρεπουμπλικανός δημοσκόπος και εταίρος της OnMessage, αναφερόμενος στην επιχείρηση στη Βενεζουέλα. «Αλλά δεν μπορώ να φανταστώ ότι υπερκαλύπτει τον βασικό παράγοντα αυτών των εκλογών, που είναι το πώς νιώθουν οι μέσοι Αμερικανοί για την οικονομία».
Ο Μαρκ Σορτ, που υπηρέτησε στην πρώτη κυβέρνηση Τραμπ, είπε ότι πιστεύει πως η επιχείρηση στη Βενεζουέλα ήταν επιτυχής, επειδή είχε ως αποτέλεσμα την ανατροπή του Μαδούρο. Ωστόσο, σημείωσε ότι ο Τραμπ αθετεί τις οικονομικές υποσχέσεις που οδήγησαν τους Αμερικανούς να τον στείλουν ξανά στον Λευκό Οίκο.
«Εξελέγη κυρίως για δύο ζητήματα: την ασφάλεια των συνόρων και τη μείωση του κόστους», είπε ο Σορτ. «Στο πρώτο έχει πολλές επιτυχίες. Στον έλεγχο του κόστους, η εμπορική του ατζέντα λειτουργεί εναντίον του».
Ορισμένοι Ρεπουμπλικανοί ποντάρουν στα αποθέματα πετρελαίου της Βενεζουέλας, που θα που θα πουληθεί φτηνό στους Αμερικανούς.
«Πιστεύω ότι υπάρχει πραγματική ελπίδα αυτό να έχει καθαρά θετική επίδραση στην οικονομική ανάπτυξη και στο κόστος ζωής για τους Αμερικανούς ψηφοφόρους, την οποία μπορούν να “πουλήσουν”», είπε ο Γκρεγκ Νουντζιάτα, εκτελεστικός διευθυντής της Society for the Rule of Law.
Ωστόσο, ο Νουντζιάτα, που υπηρέτησε ως γενικός νομικός σύμβουλος του Μάρκο Ρούμπιο και σύμβουλος εσωτερικής πολιτικής από το 2013 έως το 2016, είπε ότι μέχρι στιγμής η κυβέρνηση δυσκολεύεται να παρουσιάσει «μια συνεκτική και διαρκή επιχειρηματολογία προς τον αμερικανικό λαό για το τι υποτίθεται ότι έκανε» στη Βενεζουέλα.
Σίγουρα είναι ανησυχητικά για κάθε δημοκρατία τα ποσοστά που στηρίζουν ανατροπές κυβερνήσεων και έλεγχο ξένων κρατών από τη δική τους διοίκηση.