«Το μαχαίρι κόβει ψωμί και λαιμό» απαντά σε ερώτηση αν φοβάται τα social media.

Σε σχετική ερώτηση δε για το κάπνισμα, χωρίς ο ίδιος να είναι καπνιστής, δείχνει τη βαθιά κατανόησή του για τον άνθρωπο και τις αδυναμίες του αλλά και τη βαθιά δημοκρατική και πολιτική σκέψη του. «Η Πολιτεία υπολογίζει μόνο τον αντικαπνιστή» θα πει, για να επισημάνει σε άλλο σημείο «είμαστε μια έντονα εμφυλιακή χώρα».

Μιλώντας για τη σχέση του με τον Τσιτσάνη, τον Μάρκο, τον Καλδάρα θα πει στο Δημήτρη Μανιάτη «σου μιλάω με λέξεις κνίτικες, φοβάμαι, αλλά ό,τι αντιστρατεύεται το λαϊκό και αυτές τις παραδοσιακές αξίες (δεν μιλάω για διασκευές) το θεωρώ ένα ζιζάνιο».

Ο Νότης Μαυρουδής γεννήθηκε το 1945 στη φυλακή γιατί η μάνα του ήταν πολιτική κρατούμενη. «Ηρωας δεν ήμουν, μωρό ήμουν […]»
Είστε Αριστερός; «Δεν είμαι δεξιός. Θέλω να με λένε δημοκρατικό άνθρωπο. Μου αρκεί αυτό.»

Η συνέντευξη

«Ο Νότης Μαυρουδής κάθεται στο Black Duck της Χρήστου Λαδά σαν ανδαλουσιανός κιθαριστής σε ανάπαυλα. Πάντα μια τέτοια εικόνα είχα για εκείνον, παρατηρώντας διακριτικά το έργο του, τη σχεδόν θεολογική προσήλωσή του στην κλασική κιθάρα, αλλά και τη διαδρομή του ως ενός εκ των πατριαρχών του Νέου Κύματος, μα και αυτοτελώς ως ενός μουσουργού που χάραξε τον δικό του δρόμο στη δεξιοτεχνία, στη σύνθεση.

Εφάμιλλος των μεγάλων ισπανών ή εν γένει ευρωπαίων κιθαριστών, οριοθέτησε το δικό του ξέφωτο στο δάσος του ελληνικού τραγουδιού, διατηρώντας το νήμα από τον δάσκαλό του Μεγάλο Δημήτρη Φάμπα μέχρι σήμερα που με τον Τοσικιάν κάνουν επιλεγμένα κοντσέρτα υψηλής ποιότητας.

Προσφάτως εξέδωσε τον δίσκο «Αγρυπνο φεγγάρι» (Ιanos), όπου και μελοποίησε ποιητές. Πάντα παρεμβατικός – τώρα επιλέγει το FB – συγγραφέας και βιβλίων, ο Μαυρουδής κουβαλάει ένα σπάνιο ήθος της μεταπολεμικής Αριστεράς, δεν έχει όμως δογματισμούς και εμμονές. Πίνουμε καφέ – εκείνος διπλό καπουτσίνο – και μιλάμε για την ελληνική μουσική, την κιθάρα, την Αριστερά. Μας ταξιδεύει στα 60s, μας λέει μυστικά της μουσικής του, μιλάει με ένταση για να υπερασπιστεί τις ιδέες και την αισθητική του.

Δείχνετε μια έντονη παρεμβατικότητα και επιλέγετε το FB ως πεδίο. Δεν το φοβάστε;

Καθόλου, με ενθουσιάζει. Tο χρησιμοποιώ εγώ με τους δικούς μου κανόνες, όχι με τους κανόνες της αγοράς. Το μαχαίρι κόβει ψωμί και λαιμό, κάθε μέσο μπορεί να γίνει επικίνδυνο αν η χρήση του είναι κακή. Απευθύνομαι σε ένα κοινό που θέλω – όχι που συμφωνεί απαραίτητα μαζί μου, αλλά σε ένα κοινό που η επικοινωνιακή του κουλτούρα είναι σαν τη δική μου.

Εχει κι έναν μηχανισμό όλο αυτό. Βλέπω από κείμενο σε κείμενο πόσοι το διάβασαν. Οταν είναι 2.500 αναγνώστες, μου αρέσει. Προχθές ανέβασα ένα κείμενο, διαβάστηκε από 160 άτομα (για καπνιστή και μη καπνιστή το θέμα) και με έβαλε σε σκέψεις. Τι είναι αυτό που κάνει άλλα κείμενα να διαβάζονται από 2.500 και άλλα από 160;

Πώς το ερμηνεύετε;

Δεν έχω ερμηνεία. Βάζοντας δύσκολα θέματα διακινδυνεύεις να σε διαβάζουν λιγότεροι.

Είναι μήπως επώδυνο το θέμα του καπνίσματος;

Επώδυνο γιατί η Πολιτεία υπολογίζει μόνο τον αντικαπνιστή, και το λέω εγώ που δεν κάπνισα ποτέ στη ζωή μου. Αυτοί που καπνίζουν όμως το έχουν συνηθίσει. Είναι μια πράξη για αυτούς καθημερινότητας. Πρέπει λοιπόν να φτιάχνεις νόμους που να προστατεύουν και τη μία πλευρά και την άλλη. Όχι μόνο τον αντικαπνιστή. Εσύ δεν καπνίζεις εδώ, αλλά έξω φτιάξε έναν χώρο, νοιάσου γι’ αυτούς, όλα αυτά δημιουργούν πολλά. Είμαστε μια έντονα εμφυλιακή χώρα και από τέτοιες αφορμές δημιουργούνται παρεξηγήσεις. Από την άλλη μεριά, βεβαίως, δεν μπορείς να καπνίσεις σε νοσοκομείο, σε αμάξι με μωρό, αυτονόητα όλα αυτά, εννοείται.

Θα εισπνεύσατε πολύ καπνό στις μπουάτ του ’60…

Ναι! Ντουμάνι ήταν εκεί, η λέξη εξαερισμός ήταν άγνωστη. Ανοίγανε τα παράθυρα – όπως λέει το τραγούδι – να φύγουν τα ντουμάνια. Εσπερίδες, Απανεμιά, Χρυσό Κλειδί, Συμπόσιο. Χώροι οι οποίοι ήταν σπίτια. Δεν είχαν προδιαγραφές για να μπει το κοινό να καπνίσει και να εξαεριστεί ο χώρος. Πολλές φορές με την κιθάρα δεν έβλεπα απέναντί μου…

Εχει αλλάξει η νύχτα;

Πολύ καλή ερώτηση. Τη σημερινή, ομολογώ, δεν τη γνωρίζω. Δεν έχω πολλή σχέση γιατί δεν με ενδιαφέρει η νύχτα ως επάγγελμα και ως διασκέδαση. Πάω πολύ θέατρο, σινεμά και επιλεκτικά σε κάποιες νυχτερινές σκηνές όπου δουλεύουν φίλοι μου και πηγαίνω να τους ακούσω στα νέα τους τραγούδια. Δεν με ενδιαφέρει καθόλου.

Πολιτιστικά;

Προσωπικά δεν με ενδιαφέρει. Πολιτιστικά πάντα η νύχτα έδινε χυμούς. Το ρεμπέτικο ανδρώθηκε σε παλιομάγαζα, τα δημοτικά σε πανηγύρια, σε βαφτίσεις, σε κοινοβιακές καταστάσεις. Ακόμη και το παλιό ελαφρό – εγώ το λέω αστικό – ανδρώθηκε σε κοσμικά εστιατόρια, αυτή ήταν η πιάτσα τους. Πάντα το ελληνικό τραγούδι είχε την πιάτσα, ήταν αναγκαίος χώρος για να ευδοκιμήσουν τα τραγούδια. Από τη δεκαετία του ’70 και έπειτα και στη Μεταπολίτευση, όταν ο κόσμος ελευθερώθηκε σε πολλά πράγματα, ένιωσε την ανάγκη να το κάνει. Ενα από αυτά ήταν η διασκέδαση. Παρουσιάστηκε με πολλά φώτα, με πολλούς προβολείς, πολλή διαφήμιση, οι χώροι μεγάλωσαν.

Φώτα, ε;

Πολλά. Στις πρώην μπουάτ, όπου ήταν πιο μεγάλος ο χώρος, πήγαν η Μαρινέλλα, η Μοσχολιού, ο Τόλης. Και φύγανε από εκεί γιατί θέλανε ακόμη μεγαλύτερους, και όλο αυτό έγινε αμείλικτη αγορά. Εκεί μέσα διαπράχθηκε ένα άλλο έγκλημα: της καταναλωτικής υστερίας και της επιδειξιομανίας. Αλλοίωσαν το ίδιο το τραγούδι. Από τότε άρχισε να λέγεται σκυλάδικο. Πετυχημένος όρος κι έχει να κάνει – κατά τη γνώμη μου – ως λούμπεν, όχι γιατί οι άνθρωποι που το τραγουδούσαν ήταν λούμπεν, αντιθέτως.

Το κοινό;

Ούτε. Το λούμπεν έγκειται στην ευκολία των μέσων, στον τρόπο απόδοσης των τραγουδιών. Θα σου πω ένα παράδειγμα. Είναι θέμα ένα πνευματικό υλικό πώς το χειρίζεσαι. Οι τραγουδιστές φτιάξανε τη δική τους ταυτότητα με την ευκολία της σκηνής. Ετσι ανακηρύχθηκαν μεγάλοι – μεταγενέστερα – κάτι τραγουδιστές που δεν μπορώ να τους ακούσω σήμερα λεπτό.

Εντάθηκε η αντιπαράθεση του δικού σας κόσμου με αυτόν του ποπ μετά τη Μεταπολίτευση; Το λέω γιατί ξέρω πως το ’60, για παράδειγμα, γράφατε τα δικά σας, είχατε τη δική σας διαδρομή, αλλά ακούγατε με σεβασμό Τσιτσάνη, Μάρκο, Καλδάρα κ.τ.λ.

Πάρα πολύ, και συνεχίζω να τους ακούω. Είμαι εκεί, όχι απλώς κοντά. Δεν θέλω σχέση με το είδος που αλλοίωσε όλη την παράδοση. Μην παραλείψουμε και την άλλη συνομοταξία, του δήθεν ροκ τραγουδιού που έχει εξελιχθεί σε Γιουροβίζιον και για το οποίο δεν καταλαβαίνω πού χωράμε ως έθνος. Επειδή απλώς ζούμε σε μια καπιταλιστική κοινωνία; Και αναζητούμε τα πρότυπα μιας ευδαιμονίας; Είναι ο άλλος πόλος που εχθρεύεται το ελληνικό τραγούδι. Σου μιλάω με λέξεις κνίτικες, φοβάμαι, αλλά ό,τι αντιστρατεύεται το λαϊκό και αυτές τις παραδοσιακές αξίες (δεν μιλάω για διασκευές) το θεωρώ ένα ζιζάνιο.

Πώς υφίσταται το ελληνικό τραγούδι όταν έχει χάσει τις συντεταγμένες του;

Διαφωνώ. Δεν τις έχει χάσει. Κι αυτό οφείλεται στην όλο και πιο πυκνή επαναφορά νέων γενεών γύρω από το λαϊκό και το ρεμπέτικο τραγούδι. Δεν σταματάνε να υπάρχουν ρεύματα υπόγεια. Πολλά νέα γκρουπάκια παίζουν πολύ καλά τα λαϊκά, έχουν καταλάβει την ψυχή εκείνων. Σήμερα, οι μεσαίες γέφυρες από το λαϊκό στο σύγχρονο καλύπτονται από τραγουδοποιούς που υπάρχουν, με ευφάνταστο τρόπο, όπως ο Κραουνάκης. Φτιάχνει τραγούδι και με μνήμη και σημερινό.

Εσείς δεν είστε μια τέτοια περίπτωση;

Εγώ είμαι μια περίπτωση που μπορούμε να συζητήσουμε για τη φόρμα του κλασικισμού. Κλασική κιθάρα μελετούσα όλη μου τη ζωή. Δεν μπορώ να μιλήσω για τον εαυτό μου. Πιο μετά τον Κραουνάκη, εμφανίστηκε ο Μάλαμας. Ο οποίος δεν μας παρουσίασε ένα παλιό λαϊκό τραγούδι. Μια άλλη άποψη που δεν πατάει στον αέρα. Τον Μάλαμα δεν θα τον περίμενα σε ένα σημερινό καταγώγιο να παίζει μπουζούκι, αλλά φτιάχνει μια νέα μορφή λαϊκού, έχει πνευματική υπόσταση με θέματα σημερινά, πατώντας σε μια παλιότερη μνήμη. Δεν αντιγράφει, παίρνει αφορμές από τέτοιες πηγές.

Η μνήμη έχει να κάνει με τον στίχο ή με τη μουσική;

Δεν μπορείς να το ξέρεις. Αν το κίνητρο είναι οι στίχοι ή η μουσική. Πάντα η καλή μουσική συνοδεύεται από αντίστοιχο στίχο. Είναι ένα φως πως το ελληνικό τραγούδι υπάρχει. Μου έρχονται πολλά ντέμο από νέα παιδιά. Στα δέκα τα δύο – τρία είναι πολύ καλά. Δεν είναι κακό νούμερο. Πολύ ενδιαφέροντα – κρύβουν έναν σπόρο που δεν είναι τυχαίος. Κάθονται με μια κιθαρούλα, ένα πιάνο, υπάρχει μια δίψα… για δημιουργία.

Ζήσατε τη μεγάλη δισκογραφία. Παραγωγούς. Μηχανισμό. Δύναμη.

Εγώ είμαι «παιδί» του Αλέκου Πατσιφά. Μην ξεχνάμε πως ήταν ένας άνθρωπος που με τον Καρύδη και τον Πλωρίτη δημιούργησαν τον Ικαρο. Εκεί έβαλαν και τη Λύρα. Εψαχνε το υλικό του από τις αρχές του ’60. Πού πήγε; Σε μπουάτ. Για να ψάξει αυτό που θεωρούσε πιο αξιοπρόσεκτο. Υπήρχαν τότε ο Μίκης, ο Χατζιδάκις, ο Ξαρχάκος, ο Μαρκόπουλος. Παράλληλα με αυτά τα μεγαθήρια, έφτιαξε τη δική του στέγη, έφτιαξε το Νέο Κύμα.

Είστε κατεξοχήν νεοκυματικός…

Βέβαια. Εκεί ζυμώθηκα. Το «Ακρη δεν έχει ο ουρανός» με τον Γιώργο Ζωγράφο ήταν το πρώτο μου τραγούδι. Και έζησα και τη μετάβαση σε LP.

Τι ήταν το Νέο Κύμα; Απλή φόρμα;

Δισκοϊστορικά, το Νέο Κύμα αποτελείται από Σπανό, Σαββόπουλο κι εμένα. Ο καθένας με τη σφραγίδα του. Στην ίδια εποχή εμφανιζόμασταν σε μπουάτ. Σπανός και Σαββόπουλος ήταν στην Παράγκα με Καίτη Χωματά, Βιολάρη και ο Διονύσης έβγαινε μόνος του και τραγουδούσε. Εγώ στο Συμπόσιο των Ευγενών του Γιώργου Μπουκουβάλα – ολίγον κιτσάτος χώρος. Εγώ ήμουν με Ντόρα Γιαννακοπούλου, μετά προστέθηκε ο Ζωγράφος. Τότε έγραψα το πρώτο μου κομμάτι κι εκεί με ψάρεψε ο Πατσιφάς.

Παρόλη τη διαδρομή σας τότε, έχετε και μια άλλη πορεία δίπλα στον Δημήτρη Φάμπα και στην κλασική κιθάρα.

Στήριξα όλη μου την όποια καριέρα στην κιθάρα. Τα τραγούδια μου τα γράφω με κιθάρα. Το Νέο Κύμα ήταν σύναξη νέων ανθρώπων, όχι σε ηλικία σώνει και καλά, ήταν το μάζεμα από τον Πατσιφά. Μετά προστέθηκαν ο Κοντογιώργος, ο Κόκοτος. Την ίδια εποχή, παράλληλα, ήταν ο Λοΐζος, ο Λεοντής, μετά ήρθε ο Μούτσης. Αυτοί δεν ανήκαν στο Νέο Κύμα. Το κοπιράιτ το είχε κατοχυρώσει ο Πατσιφάς. Ημασταν φιλαράκια με τον Λοΐζο και λέγαμε για πλάκα: «Ελα, νεοκυματικέ! Ε, άμα σε ακούσει ο Πατσιφάς, θα σου πω εγώ!».

Αρα;

Το Νέο Κύμα ήταν νέο ρεύμα της εποχής εκείνης, το οποίο όμως δεν είχε τόσες πνευματικές δυνάμεις όπως τα τραγούδια του Μίκη ή του Μάνου, ήταν σημαντικό, πολύ συμπαθές στον κόσμο, τα τραγούδια ήταν πιο ανάλαφρα.

Δεκαετία ’60, ήταν τυχερός ο νέος – εννοώ πολιτισμικά, γιατί στα κοινωνικά υπήρχαν δυσκολίες…

Η πιο τυχερή γενιά.

Γιατί ανθεί όλο αυτό τότε;

Μετά τον πόλεμο, οι ευρωπαϊκές κοινωνίες συντάσσονται για μια καλύτερη ζωή. Διότι μην κοιτάς που η χώρα μας μπλέχτηκε με τον Εμφύλιο, η Ιταλία είχε ανθρώπους πνευματικούς στην Αριστερά που δεν επέτρεψαν εμφύλιο. Μπαίνει ως στοιχείο ο πόλεμος του Βιετνάμ επίσης. Ολο αυτό έδινε εμπνεύσεις, είχαμε πολύ υλικό. Ολοι προσπαθούσαν να φτιάξουν έναν δρόμο, είμαι η γενιά πριν από την τηλεόραση και μετά. Η μάνα μου – μοδίστρα – έκανε αίτηση για τηλέφωνο, και πότε ήλθε; Υστερα από 12 χρόνια. Οταν μας το φέρανε, ήλθε όλη η γειτονιά! Εζησα πριν από το Ιντερνετ και μετά. Πριν από τη φωτοτυπία και μετά. Ξέρεις πόσες παρτιτούρες μού έδινε ο Φάμπας που έπρεπε να αντιγράψω ώστε να τις διαβάσω;

Ο Φάμπας ήταν σπουδαίος.

Φωτεινός άνθρωπος για την εποχή εκείνη. Το τονίζω γιατί από το ’50 και μετά είχε κιθαριστές φοβερούς. Η Ελλάδα δεν σταματάει να παράγει.

Μερικούς;

Σήμερα;

Ναι.

Ο Τοσικιάν, ο Κονταξάκης, η Ελενα Παπανδρέου, ο Χατζηθεοδώρου. Μόνο μερικοί. Συνέχεια βγαίνουν.

Το ’50-’60;

Φάμπας και Μηλιαρέσης. Αυτοί ήταν. Ασημακόπουλος και Λίτσα Ζώη μετά.

Η Ζώη ήταν δασκάλα σας.

Ναι, και με πήγε στον Φάμπα. Μετά εμφανίζομαι εγώ, ο Μπουντούνης, ο Γρηγορέας, ο Κυριάκος Τζωρτζινάκης.

Είχε χώρο στο ελληνικό τραγούδι η κιθάρα αυτή;

Οχι, δεν είχε. Ωστόσο δεν θα βρεις δίσκο του Μάνου Χατζιδάκι χωρίς τον Φάμπα. Στην αρχή και τον Μηλιαρέση. Ο Μάνος αγαπούσε πολύ την κλασική κιθάρα. Πλούτιζε όλο το οικοδόμημα το ορχηστρικό.

Ηταν αντιμέτωπη η κλασική κιθάρα με τα άλλα όργανα;

Πάντα υπήρχαν το πιάνο και η κιθάρα ως ανταγωνιστικά όργανα, παρότι δεν έχουν σχέση. Ολα τα ωδεία ζούσαν από πιάνα και κιθάρες. Οι δεκαετίες του ’60-’70 ήταν εποχή έκρηξης πολλών κιθαριστών. Η Ελλάδα δηλαδή δεν έχει να ζηλέψει τίποτε σε κλασική κιθάρα από άλλες χώρες.

Το ’60 είχε και μεγάλους ποιητές…

Είμαι τυχερή γενιά. Το ’68, ήμουν 23 ετών. Μου λέει μια μέρα ο Πατσιφάς: πρέπει να κοιτάξεις να φτιάξεις το «Ασμα ηρωικό και πένθιμο» του Ελύτη. Κάθισα και το έφτιαξα και πήγαμε να πάρουμε την άδεια λογοκρισίας. Αυτό το χρησιμοποιούσαν ακόμη και οι συνταγματάρχες. Το εργαλειοποιούσαν βασικά. Ως τραγούδι όμως δεν ήταν τόσο βολικό, μιλούσε για ελευθερία, ιδανικά, είχε στοιχεία που δεν τα ήθελαν. Και ξαφνικά η επιτροπή λογοκρισίας είχε να κάνει με έναν ποιητή όχι αριστερό.

Ο Καραμανλής από το Παρίσι τηλεφωνούσε σε γνωστούς του. Τελικά έπρεπε να το ηχογραφήσουμε. Ερχεται ο Ελύτης στο στούντιο – τον ειδοποιεί ο Πατσιφάς. Μου κόβονται τα γόνατα. Ηταν πολύ ευχαριστημένος. Κάποια στιγμή πάω ο αφελής νέος και του λέω: σε κάποια σημεία μιλάτε για λευτεριά και σε άλλα για ελευθερία, μήπως πρέπει να επιλεχθεί μία εκ των δύο λέξεων, γιατί ο τονισμός είναι άλλος στο ένα και άλλος στο άλλο; «Νεαρέ μου, οι ποιητές παίζουν με τους ήχους, με τις λέξεις μεν αλλά με τους ήχους, έχει τον ίδιο ήχο το λευτεριά με το ελευθερία;» μου λέει. Τεράστιο μάθημα: οι λέξεις έχουν ήχους.

Τώρα βγάλατε το «Αγρυπνο φεγγάρι».

Ναι, μελοποίησα ποιητές. Πάντα ασχολούμουν με ποιητές. Είναι ένα άλλο είδος μελοποίησης. Δουλεύεις εντελώς διαφορετικά από τον στίχο. Σε βοηθάει το μέτρο, η ομοιοκαταληξία. Εδώ είναι λόγος. Και δύσκολος.

Εχετε μελοποιήσει και Ηλία Πετρόπουλο!

Ημασταν φίλοι, ζούσε στο Παρίσι. Βάλθηκε να αποδώσει αρχαίους λυρικούς από την Παλατινή Ανθολογία. Ερωτική ποίηση που έχει βρεθεί ως επιτύμβια σε τάφους. Αυτό, το 1986. Συνεργαζόμαστε, είχε βγάλει αυτό το βιβλίο στη Νεφέλη. Και το έκανα. Του άρεσε πολύ. Σκέψου πως του άρεσε, ενώ εκείνος άκουγε και του άρεσαν μόνο τα παλιά λαϊκά.

Κάτι τελευταίο. Εχετε μεγαλώσει στη φυλακή.

Περίπου δύο χρόνια, η μάνα μου για να με θηλάζει με πήρε μαζί της. Ενα στοιχείο που εμένα δεν με ενδιαφέρει να το λέω. Δεν το προβάλλω. Ηρωας δεν ήμουν, μωρό ήμουν. Η μάνα μου είχε κρύψει κάποιον αντιστασιακό, την καρφώσανε, πήγε στις Φυλακές Αβέρωφ.

Είστε αριστερός;

Δεν είμαι δεξιός. Οσο μεγαλώνω απομακρύνομαι από τη στενή έννοια του αριστερού. Θέλω να με λένε δημοκρατικό άνθρωπο. Μου αρκεί αυτό.»

*Η συνέντευξη του Νότη Μαυρουδή στον Δημήτρη Ν. Μανιάτη δημοσιεύτηκε στα Νέα στις 9 Δεκεμβρίου του 2019