Η λοίμωξη από χλαμύδια αποτελεί σήμερα το συχνότερα εμφανιζόμενο αφροδίσιο νόσημα. Προκαλείται από το βακτήριο Chlamydia trachomatis και παρουσιάζεται συχνότερα σε νεαρά άτομα που έχουν έντονη σεξουαλική ζωή, και ιδίως πολλούς συντρόφους. Η ονομασία του βακτηρίου αυτού προέρχεται από την αρχαία ελληνική λέξη “χλαμύδα” (που σημαίνει “μανδύας”) λόγω της μορφής του, αφού μοιάζει να τυλίγει σαν μανδύας τον πυρήνα του μολυσμένου κυττάρου.

Η μετάδοση της λοίμωξης μπορεί να γίνει με κάθε μορφή σεξουαλικής πράξης (κολπικό, πρωκτικό και στοματικό έρωτα), καθώς και με τα χέρια μετά την επαφή τους με τα γεννητικά όργανα, ενώ μπορεί να μεταδοθεί και από τη μολυσμένη μητέρα στο μωρό κατά τον φυσιολογικό (κολπικό) τοκετό, κατά τη διέλευση του μωρού μέσα από το γεννητικό σωλήνα.

Η ενθαρρυντική πλευρά της νόσου αυτής είναι η ύπαρξη αποτελεσματικής θεραπείας, ενώ η ανησυχητική πλευρά της είναι η ανυπαρξία σε πολλές περιπτώσεις συμπτωμάτων, άρα και η δυσκολία έγκαιρης διάγνωσης, καθώς και οι σοβαρές επιπτώσεις που μπορεί να έχει, αν δεν αντιμετωπιστεί έγκαιρα.

Δύο γένη

Υπάρχουν δύο γένη χλαμυδίων: το γένος Chlamydia, βασικός εκπρόσωπος τoυ οποίου είναι τα χλαμύδια trachomatis και το γένος Chlamydophila χλαμυδόφιλα (πνευμονία, Chlamydophila Psittaci- ψιττάκη).

Μπορεί να προσβληθούν διάφορα όργανα του σώματος αναλόγως με το είδος τους. Απαντώνται στα γεννητικά όργανα, στο φάρυγγα, στο στόμα, στον τράχηλο, στην ουρήθρα, στις σάλπιγγες, στην επιδιδυμίδα και στα μάτια (επιπεφυκίτιδα).

Τα χλαμύδια trachomatis είναι πολύ κοινά ιδιαίτερα ανάμεσα σε νέους ηλικίας μέχρι 25 ετών που είναι σεξουαλικά ενεργοί. Τα χλαμύδια εισέρχονται στο κυτταρόπλασμα και αρχίζουν να πολλαπλασιάζονται.

Περίπου το 80% των γυναικών και το 50% των ανδρών παραμένουν ασυμπτωματικοί όταν κολλάνε τη λοίμωξη.

Αν δεν αντιμετωπιστούν εγκαίρως μπορούν να προκαλέσουν σοβαρές επιπλοκές, η κυριότερη των οποίων είναι η στειρότητα.

Αίτια και μετάδοση

Τα χλαμύδια είναι βακτηριακή λοίμωξη. Ο πιο κοινός τρόπος να κολλήσει κάποιος χλαμύδια trachomatis είναι να κάνει σεξ χωρίς προφυλακτικό. Ένας άνδρας που έχει προσβληθεί από χλαμύδια έχει σε κάθε επαφή 25% πιθανότητες να μεταδώσει την λοίμωξη. Η μετάδοση μπορεί να επιτευχθεί και μετά από επαφή με τα σωματικά υγρά του/της συντρόφου σου. Κάθε μορφή επαφής ευνοεί τη μετάδοσή τους (κολπική, πρωκτική, στοματική). Η μετάδοση είναι εφικτή και από τη μητέρα στο νεογνό κατά τον φυσιολογικό τοκετό, προκαλώντας κυρίως επιπεφυκίτιδα και σπανιότερα πνευμονία. Επίσης, μπορεί να μεταδοθεί στο στόμα (φάρυγγα) και στα μάτια. Δεν γίνεται να μεταδοθεί από την τουαλέτα ή την κοινή χρήση αντικειμένων.

Η μετάδοση των χλαμυδόφιλων (πνευμονία, ψιττάκη) επιτυγχάνεται μέσω των σταγονιδίων που διασπείρονται με την ομιλία, κυρίως κατά τους χειμερινούς μήνες. Αυτό το γένος χλαμυδίων δεν απαιτεί σεξουαλική επαφή για να μεταδοθεί και προκαλεί φαρυγγίτιδα, βρογχίτιδα και πνευμονία.

Συμπτώματα στους άνδρες

Περισσότεροι από τους μισούς άνδρες που κολλάνε χλαμύδια δεν εμφανίζουν συμπτώματα. Αν εμφανιστούν συμπτώματα, αυτό θα συμβεί σε περίπου 1-3 βδομάδες μετά τη λοίμωξη. Τα πιο κοινά συμπτώματα στους άνδρες είναι:

Πόνος στην ουρήθρα
Αδυναμία και κόπωση
Έκκριση κίτρινου ή γαλακτώδους υγρού
Πόνος χαμηλά στην κοιλιά
Πρήξιμο στους όρχεις
Πόνος στο πέος και στους όρχεις
Αν εμφανίσει κάποιος χλαμύδια στον πρωκτό, τα συμπτώματα περιλαμβάνουν πόνο και αίμα από τον πρωκτό. Ο στοματικός έρωτας με άτομο που πάσχει αυξάνει τον κίνδυνο χλαμυδίων στο στόμα. Τα συμπτώματα σε αυτή την περίπτωση περιλαμβάνουν πυρετό, βήχα και πονόλαιμο.

Συμπτώματα στις γυναίκες

Τα χλαμύδια θεωρούνται μια σιωπηλή νόσος, καθώς πολύ συχνά, ήτοι σε ποσοστό 80%, είναι ασυμπτωματικά. Γι’ αυτό και είναι απαραίτητος ο τακτικός έλεγχος, γιατί αν αφεθούν χωρίς θεραπεία η νόσος προχωρά και μπορεί να προκαλέσει σαλπιγγίτιδα και υπογονιμότητα.

Όταν υπάρχουν συμπτώματα εκδηλώνονται περίπου 1-3 βδομάδες μετά τη μετάδοση. Τα συμπτώματα είναι:

Πόνος στο σεξ (δυσπαρευνία)
Αυξημένες κολπικές εκκρίσεις
Ασυνήθιστη υφή
Αίσθημα πόνου ή καψίματος
Πόνος χαμηλά στην κοιλιά
Ναυτία
Πυρετός
Αιμορραγία στα μέσα του κύκλου
Αιμορραγία μετά από σεξουαλική επαφή
Τραχηλίτιδα
Σαλπιγγίτιδα
Ο στοματικός έρωτας με άτομο που πάσχει αυξάνει τον κίνδυνο χλαμυδίων στο στόμα. Τα συμπτώματα σε αυτή την περίπτωση περιλαμβάνουν πυρετό, βήχα και πονόλαιμο.

Διάγνωση χλαμυδίων

Η διάγνωση γίνεται από τον αρμόδιο γιατρό με κλινική εξέταση και καταγραφή των συμπτωμάτων όταν υπάρχουν. Η ανίχνευση των χλαμυδίων μπορεί να γίνει από ενδοουρηθρικά δείγματα, ενδοτραχηλικά δείγματα, φαρυγγικά δείγματα, ούρα πρώτης πρωινής ώρας, κολπικό έκκριμα, δέρμα πέους, βλεννογόνο χειλέων αιδοίου, πρωκτικά δείγματα και σπέρμα. Η κυτταροκαλλιέργεια αποτελεί την κλασική μέθοδο αναφοράς. Άλλες τεχνικές που εφαρμόζονται είναι ο άμεσος ανοσοφθορισμός, ορολογικές μέθοδοι με ανίχνευση αντισωμάτων σε ορό ασθενών και μοριακές μέθοδοι, οι οποίες κερδίζουν ολοένα και περισσότερο έδαφος, καθώς θεωρούνται περισσότερο ευαίσθητες.

Οι μικρότερες ηλικίες πρέπει να εξετάζονται συχνότερα, καθώς οι γυναίκες που είναι μεταξύ 17-24 ετών έχουν πιο ευαίσθητο τραχηλικό επιθήλιο, με αποτέλεσμα να είναι πιο εύκολο να κολλήσουν.

Οι κατευθυντήριες οδηγίες από την USPSTF- US Preventive Services Task Force συνιστούν συστηματικό έλεγχο των κοριτσιών έως 24 ετών και των γυναικών άνω των 24 ετών που είναι ανοσοκατεσταλμένες ή έχουν συχνές εναλλαγές ερωτικών συντρόφων και ελεύθερες επαφές.

Θεραπεία και αντιμετώπιση χλαμυδίων

Τα χλαμύδια θεραπεύονται και μάλιστα, εύκολα. Εφόσον πρόκειται για βακτήρια, η θεραπεία που χορηγείται είναι η αντιβίωση. Ένα ποσοστό 95% επιτυγχάνει πλήρη ίαση από το πρώτο κιόλας σχήμα θεραπείας. Δεν απαιτείται αντιβιόγραμμα. Τα δύο αντιβιοτικά που εφαρμόζονται είναι η αζιθρομυκίνη (μία δόση) και η δοξυκυκλίνη (2 χάπια ημερησίως για 7 μέρες). Αγωγή θα πρέπει να λάβει και ο/η ερωτικός/ή σύντροφος. Είναι σημαντικό να ακολουθήσεις ακριβώς τις οδηγίες του γιατρού σου και να είσαι συνεπής στη λήψη του φαρμάκου, ώστε να εκριζωθεί το βακτήριο από τον οργανισμό άμεσα.

Καθ’ όλη τη διάρκεια της θεραπείας και για το χρονικό διάστημα που θα σου ορίσει ο γιατρός σου, πρέπει να απέχεις από κάθε είδους σεξουαλική δραστηριότητα.

Πρέπει να αναφέρουμε ότι με τη νόσηση δεν αποκτά κανείς ανοσία στα χλαμύδια. Υπάρχουν αρκετές περιπτώσεις υποτροπής, γι’ αυτό και συνιστάται επανέλεγχος 3 μήνες μετά, ειδικά σε νεαρότερης ηλικίας άτομα.

Σε περίπτωση εγκυμοσύνης η θεραπεία ενδέχεται να τροποποιηθεί αναλόγως, ωστόσο είναι εξίσου απαραίτητη να ληφθεί.

Αν έχεις διαγνωστεί με χλαμύδια ενημέρωσε όλους τους/τις συντρόφους με τους οποίους ήρθες πρόσφατα σε επαφή.

Οι επιπλοκές των χλαμυδίων trachomatis είναι:
Σαλπιγγίτιδα
Τραχηλίτιδα
Ουρηθρίτιδα
Φλεγμονώδης νόσος της πυέλου
Πρωκτίτιδα
Υπογονιμότητα
Εξωμήτριος κύηση
Στειρότητα
Επιδιδυμίτιδα
Αν τα χλαμύδια μεταφερθούν στα μάτια και δεν αντιμετωπιστούν εγκαίρως μπορεί να προκαλέσουν επιπεφυκίτιδα, τράχωμα έως και τύφλωση.

Στην περίπτωση των χλαμυδόφιλων, η επιπλοκή που έχει αναφερθεί είναι η πνευμονία.