Από την επομένη των αμερικανικών προεδρικών εκλογών ως τις 23 Νοεμβρίου, μέσα σε 20 ημέρες δηλαδή, η επικοινωνιακή ομάδα του Ντόναλντ Τραμπ ανάρτησε 550 tweets στον λογαριασμό του, 27 την ημέρα, διαβάζω. Αλλά αυτό δεν είναι το ρεκόρ του: το πρώτο εξάμηνο αυτής της χρονιάς αναρτούσε 33 tweets την ημέρα κατά μέσον όρο, που έφθαναν σε 88 εκατομμύρια «ακολούθους» (followers). Ο Μπάρακ Ομπάμα έχει πολύ περισσότερους (125 εκατομμύρια), ο Μπάιντεν «μόλις» 20. Από τους δικούς μας, κάτι ψίχουλα (555.000 ακολούθους) έχει ο Αλέξης Τσίπρας και ακόμα λιγότερα (285.000) ο Κυριάκος Μητσοτάκης.

Αν υποθέσουμε ότι το τουιτάρισμα είναι δωδεκάωρο, 8 το πρωί με 8 το βράδυ, οι ακόλουθοι του Ντόναλντ Τραμπ μαθαίνουν κάθε 20-30 λεπτά τι σκέφτεται ο πρόεδρος των ΗΠΑ επί παντός του επιστητού. Πριν 10 μόλις χρόνια, για να μας γνωστοποιήσουν οι πολιτικοί τι σκέφτονται, έπρεπε να προηγουμένως να πείσουν εφημερίδες και τηλεοπτικούς σταθμούς  ότι είναι ενδιαφέρουσες οι σκέψεις τους ώστε να τις αναδείξουν στις σελίδες τους και στα προγράμματά τους – και ει δυνατόν να τους δώσουν περισσότερο χώρο/χρόνο από τους αντιπάλους τους και να τους αντιμετωπίσουν θετικά.

Αυτά τελείωσαν: απέναντι σε αυτούς τους θηριώδεις αριθμούς «ακολούθων» που ενημερώνονται απευθείας από τους πολιτικούς πολλές φορές την ημέρα, οι New York Times έχουν  επτά εκατομμύρια συνδρομητές. Τόσους πάνω-κάτω θεατές έχει και καθένα από τα ειδησεογραφικά δελτία των μεγάλων τηλεοπτικών σταθμών των ΗΠΑ, πολύ μικρότερους αριθμούς θεατών-αναγνωστών-ακροατών προσεγγίζουν τα υπόλοιπα έντυπα, ηλεκτρονικά, ιντερνετικά μέσα.

Η άμεση δημοκρατία θριαμβεύει: πιο εύκολα έχουν απευθείας πρόσβαση στον Ομπάμα και στον Τραμπ τα 155 εκατομμύρια Αμερικανών που ψήφισαν στις εκλογές από αυτή που είχαν στους Περικλή και Δημοσθένη οι 6.000 Αθηναίοι πολίτες που ψήφιζαν στην Πνύκα.

Ο θρίαμβος αυτός επιτυγχάνεται σε βάρος δύο θεσμών που διαμόρφωσαν τη νεώτερη εποχή, τη μετά την αμερικανική και γαλλική επανάσταση: σε βάρος των μέσων μαζικής επικοινωνίας και των κομμάτων. Αν ο μπερλουσκονισμός θριάμβευσε κατά τη δεκαετία του 1990 στην Ιταλία, το πέτυχε (και) επειδή ο πάμπλουτος Cavaliere, ιδιοκτήτης σταθμών και εφημερίδων, κατάφερε να κατακτήσει το Χριστιανοδημοκρατικό Κόμμα – όπως κατάφερε ο Τραμπ με το Ρεπουμπλικανικό και το Τουίτερ, που δεν είναι όμως δικό του.

Και οι δύο θεσμοί, μαζικά μέσα και κόμματα, υπονομεύονται από ισχυρούς πολιτικούς που θέλουν να ασκούν δημοκρατική μεν αλλά αδιαπραγμάτευτη και αδιαμεσολάβητη εξουσία. Αυτό μπορεί να είναι καλό για τους πολιτικούς, δεν είμαι καθόλου σίγουρος πως είναι καλό για τους πολίτες και τη δημοκρατία.

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο