Την 1η Δεκεμβρίου του 2018, στη διάρκεια της «τρίτης πράξης» των Κίτρινων Γιλέκων στη Γαλλία, καμιά 15αριά άνδρες των ΜΑΤ είχαν ξυλοκοπήσει άγρια μια ομάδα διαδηλωτών – και κάποιους δημοσιογράφους – μέσα στο Burger King της οδού Βαγκράμ, στο 17ο Διαμέρισμα του Παρισιού. Τα θύματα είχαν εξηγήσει πως είχαν καταφύγει μέσα στο φαστφουντάδικο προκειμένου να γλιτώσουν από τα δακρυγόνα που έπεφταν έξω βροχή. Η σκηνή αποτυπώθηκε τόσο από ερασιτεχνικές όσο και από επαγγελματικές κάμερες – και ήταν τόση η βία, που πυροδότησε ένα μεγάλο κύμα αγανάκτησης.

Διατάχθηκε προκαταρκτική έρευνα, την ανέλαβε η επονομαζόμενη αστυνομία της αστυνομίας, η Γενική Επιθεώρηση της Εθνικής Αστυνομίας (IGPN). Κανένας όμως από τους αξιωματικούς ή τους επιθεωρητές που πλαισιώνουν την 43η μονάδα των ΜΑΤ, αυτή που επιχείρησε στο Burger King, δεν μπορούσε – υποτίθεται – να αναγνωρίσει τα πρόσωπα των ανδρών στα βίντεο· ούτε λίστα με τους αστυνομικούς που είχαν μπει στο εστιατόριο ήταν σε θέση να δώσουν στους ερευνητές, «δυστυχώς».

Μόνο ένας αρχιφύλακας, ο 43χρονος Σιρίλ Ντ., που είχε ρίξει τρεις κλωτσιές σε έναν διαδηλωτή πεσμένο στο πάτωμα, ταυτοποιήθηκε γρήγορα από την IGPN: είχε χάσει στη διάρκεια της επέμβασης το κράνος του. Προκειμένου να αναγνωρίσουν τους υπόλοιπους, οι ερευνητές πήραν το οργανόγραμμα της μονάδας και άρχισαν να αποκλείουν έναν προς έναν όποιον, βάσει αποστολής, δεν μπορούσε να είχε επέμβει στο ταχυφαγείο: οδηγό, υπεύθυνο επικοινωνίας, ομάδα τακτικής υποστήριξης, εκτοξευτή αμυντικών σφαιρών, εκτοξευτή χειροβομβίδων κρότου – λάμψης κ.ο.κ. Κάπως έτσι, διά της εις άτοπον απαγωγής, κατέληξαν στους άνδρες της Σαρλί, μιας ομάδας συγκροτημένης ειδικά για την αντιμετώπιση μαζικών δολοφονιών. Επειτα από συγκριτική ανάλυση των βίντεο και των επιχειρησιακών δεδομένων, έφτασαν σε έναν κατάλογο δεκατριών και τελικά τεσσάρων ονομάτων. Ο προϊστάμενός τους, ο 56χρονος Ντομινίκ Σ., κλήθηκε να εξηγήσει γιατί δεν είχε παρουσιαστεί από την αρχή της έρευνας ώστε να καταθέσει. «Δεν το έκρινα σκόπιμο, γνώριζα πως, αν χρειαζόταν, θα με καλούσαν», απάντησε.

Πέραν του Σιρίλ Ντ., που είχε ήδη ταυτοποιηθεί λόγω της απώλειας του κράνους του, η αστυνομία της αστυνομίας αναγνώρισε τον 47χρονο αστυφύλακα Ραφαέλ Α. (είχε καταφέρει 14 χτυπήματα με κλομπ σε τέσσερις διαφορετικούς διαδηλωτές), τον αρχιφύλακα Ολιβιέ Π. (συνολικά 23 χτυπήματα με κλομπ και μία κλωτσιά σε επτά διαδηλωτές) και τον αστυφύλακα Ζερεμί Σ. (πέντε χτυπήματα με κλομπ και μία κλωτσιά σε έναν διαδηλωτή). Και οι τέσσερις είχαν πολύ καλή αξιολόγηση, κάποιοι μάλιστα ήταν παρασημοφορημένοι. Οταν κλήθηκαν να απολογηθούν, μίλησαν για ένα κλίμα «εξέγερσης», «πρωτοφανούς χάους», «αντάρτικου πόλεων» – την ημέρα εκείνη, η 43η μονάδα των ΜΑΤ είχε εκτοξεύσει συνολικά 1.700 δακρυγόνα και 27 από τους 63 αστυνομικούς που είχαν αναπτυχθεί είχαν καταλήξει με μώλωπες.

Οι τέσσερις άνδρες των ΜΑΤ επικαλέστηκαν σωματική και ψυχική εξάντληση, κούραση αλλά και φόβο: «νόμισα πως δεν θα ξαναέβλεπα τα παιδιά μου», είπε ο Ολιβιέ Π. Είχαν λάβει, εξήγησαν, την εντολή να εκκενώσουν το Burger King χωρίς να προχωρήσουν σε συλλήψεις, «έξω γινόταν πόλεμος», «δεν υπήρχαν 5.000 τρόποι να το εκκενώσουμε», επιπλέον κάποιοι διαδηλωτές έκαναν «παθητική αντίσταση», αντί να υπακούσουν στην εντολή να βγουν, «ξάπλωσαν κουλουριασμένοι στο πάτωμα».

Η πολύμηνη έρευνα έδειξε ωστόσο πως είχαν περάσει μόλις 10 δευτερόλεπτα ανάμεσα στη στιγμή που τα ΜΑΤ διέταξαν τους διαδηλωτές να εκκενώσουν τον χώρο και τη στιγμή που άρχισαν να τους ξυλοκοπούν· πως οι διαδηλωτές δεν έκαναν «παθητική αντίσταση», απλά προσπαθούσαν να προστατευτούν από τα χτυπήματα· πως «κανένα από τα χτυπήματα με κλομπ ή τις κλωτσιές που δόθηκαν δεν μοιάζει δικαιολογημένο, απαραίτητο ή αναλογικό», δεδομένης «της θέσης των θυμάτων» (κάποιοι από αυτούς ήταν ξαπλωμένοι ή καθισμένοι) και της «συμπεριφοράς τους, που δεν εκπροσωπούσε κανέναν κίνδυνο ή απειλή για τους αστυνομικούς». Στις 23 Ιουνίου, ενάμιση και πλέον χρόνο μετά τα συμβάντα, οι «4» τέθηκαν και επισήμως υπό έρευνα για βιαιοπραγίες – η IGPN συνεχίζει την προσπάθεια ταυτοποίησης των επίορκων συναδέλφων της.

Δεν είναι, προφανώς, αποκλειστικά ελληνικό το πρόβλημα της αστυνομικής βίας. Και όλες οι κυβερνήσεις τείνουν να παίρνουν το μέρος των δυνάμεων της τάξης – ο νέος πρωθυπουργός της Γαλλίας, Ζαν Καστέξ, επισκέφθηκε ένα αστυνομικό τμήμα του Παρισιού προκειμένου να «δείξει τη στήριξη της κυβέρνησης» πριν καν ανακοινωθούν τα υπόλοιπα μέλη της κυβέρνησής του. Δεν κλείνουν όμως όλες τα μάτια: ο Εμανουέλ Μακρόν προανήγγειλε πρόσφατα τη γενίκευση της χρήσης φορητών καμερών από τους αστυνομικούς. Και το να προδικάζει υπουργός Προστασίας του Πολίτη την εξέλιξη ιατροδικαστικής εξέτασης, όπως έκανε ο Μιχάλης Χρυσοχοΐδης μετά τον θάνατο του Βασίλη Μάγγου, του 26χρονου φοιτητή – ακτιβιστή που είχε ξυλοκοπηθεί άγρια από την Αστυνομία πριν από έναν μήνα, μπορεί και να είναι πανευρωπαϊκή πρωτοτυπία. Ισως, όμως, πρέπει κάποιος να θυμίσει στον υπουργό πως δεν είναι σώφρον να εκχωρεί την προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στον ΣΥΡΙΖΑ: είναι σαν να λέει σε όλους τους πολίτες που νοιάζονται για αυτά πως είναι ηθικά ανεπίτρεπτο να στηρίζουν την κυβέρνηση. Ανόητα, επικίνδυνα πράγματα.

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο