Στη χώρα μας συνηθίζουμε εδώ και χρόνια να συγκροτούμε «Επιτροπές Σοφών» και να καταχωνιάζουμε στα ενδότερα των συρταριών τα συμπεράσματα και τις προτάσεις τους. Εκείνο που λείπει και μας χρειάζεται είναι οι κάθε λογής «Επιτροπές Σοφών», με ευθύνη της πολιτικής ηγεσίας της χώρας, να μπορούν να τροφοδοτούν τις δημόσιες πολιτικές σε κρίσιμους τομείς της κοινωνίας και της οικονομίας.

Τα data κάθε φορά είναι εκ προτέρων γνωστά όπως επίσης και οι ανάγκες για τη προώθηση ρεαλιστικών δημόσιων πολιτικών που μπορούν να βρουν γρήγορα πεδίο εφαρμογής και να αποδώσουν τα δέοντα.

Με άλλα λόγια, το εθνικό έλλειμμα δεν βρίσκεται τόσο στις πολιτικές – με την έννοια της τροφοδότησης ιδεών και προτάσεων- όσο στην εφαρμογή τους και στην αξιολόγηση/αποτίμηση στη πράξη μέσα από ένα ευρύ δίκτυο συναίνεσης και συναντίληψης πολιτικών και κοινωνικών δυνάμεων.

Σε πρόσφατο draft για το νέο ΕΣΠΑ που «έφυγε» για τις Βρυξέλλες και αφορά τη περίοδο 2021-2027 τα «ψυχρά» δεδομένα της ελληνικής οικονομίας και αγοράς είναι καταγεγραμμένα και δεν αλλάζουν εύκολα παρά μόνο με σκληρή και επίμονη δημιουργική και παραγωγική εργασία και μια εμπεδωμένη σε στέρεα υλικά συμφωνία πολιτικών και κοινωνικών δυνάμεων- μια συμφωνία που να μπορεί να αντέχει σε χρόνο μεγαλύτερο εκείνο της εναλλαγής των κομμάτων στο πεδίο της κυβερνητικής εξουσίας. Και για αυτό δεν χρειάζεται μόνο τη συναίνεση των κομμάτων εξουσίας αλλά και των ελίτ της οικονομίας και των επιχειρήσεων καθώς και ένα ισχυρό συνδικαλιστικό κίνημα νέου τύπου που να εκφράζει τους φορείς και τις συλλογικότητες που διαμορφώνει η μετά covid 19 εποχή (νέες μορφές εργασίας, εξ αποστάσεως εργασία κλπ).

Διαβάζω από το draft που «έφυγε» για τις Βρυξέλλες: «Η Ελληνική οικονομία έχει ένα από τα χαμηλότερα ποσοστά εξαγωγών στην ΕΕ και ένα από τα χαμηλότερα ποσοστά δαπάνης για Έρευνα και Ανάπτυξη (Ε&Α) ως ποσοστό του ΑΕΠ (1,18%, σύμφωνα με τα προκαταρκτικά στοιχεία του 2018 με επίπτωση στις επιδόσεις στην καινοτομία οι οποίες είναι ιδιαιτέρως χαμηλές και στη σύνθεση του εξαγωγικού προϊόντος (στο οποίο κυριαρχούν τα γεωργικά, μεταλλευτικά και τα χαμηλής και μέσης τεχνολογίας προϊόντα).

  • Οι ελληνικές Μικρομεσαίες Επιχειρήσεις (ΜμΕ) έχουν εγκλωβιστεί σε μικρά μεγέθη και υπολείπονται σημαντικά του ανταγωνισμού.
  • Οι πολύ μικρές επιχειρήσεις συνεχίζουν να κυριαρχούν στην ελληνική οικονομία. Αντιστοιχούν στο 97,6% του συνόλου των επιχειρήσεων έναντι 93,1% του ευρωπαϊκού μέσου όρου, ενώ μόλις το 2,5% αυτών έχουν εξαγωγική δραστηριότητα.
  • Η οικονομία της χώρας, υιοθέτησε κατά τη διάρκεια της μακροχρόνιας οικονομικής κρίσης μια σειρά από διαρθρωτικές αλλαγές, οι οποίες είχαν επιπτώσεις τόσο στο παραγωγικό σύστημα όσο και στο σύστημα έρευνας, τεχνολογίας και καινοτομίας.
  • Η μείωση της εθνικής αγοράς οδήγησε τις επιχειρήσεις να διευρύνουν την εξαγωγική τους δραστηριότητα, με τις εξαγωγές να αυξάνονται σημαντικά στο τέλος του 2018 ( 33,3 δις έναντι 17,01 δις το 2008), ωστόσο να παραμένουν από τις χαμηλότερες στην Ευρώπη ως ποσοστό του ΑΕΠ (44,1% του μέσου όρου της ΕΕ – ΕΛΣΤΑΤ).
  • Στο μείγμα των εξαγωγών παρατηρείται συνεχώς αυξανόμενη συμμετοχή των προϊόντων μεταποίησης (90,4% των εξαγωγών αγαθών και 43,3% στο σύνολο το 2018, ΣΕΒ), το οποίο κυριαρχείται από προϊόντα χαμηλής και μέσης τεχνολογίας. Μόνο τα τελευταία χρόνια έχουμε μία αύξηση των προϊόντων υψηλής τεχνολογίας (EC Country report 2020) στις εξαγωγές.
  • Οι χαμηλές επιδόσεις της χώρας σε σειρά δεικτών αναδεικνύουν τον περιορισμένο βαθμό ενσωμάτωσης της καινοτομίας και το χαμηλό βαθμό αξιοποίησης των αποτελεσμάτων της έρευνας στην παραγωγική διαδικασία.Το χαμηλό επίπεδο επενδύσεων στην καινοτομία και μεταφορά τεχνολογίας συνδυαζόμενο με τον χαμηλό βαθμό διασύνδεσης του ελληνικού παραγωγικού συστήματος με το σύστημα Ε&Α, συντελεί μαζί με τους ανωτέρω παράγοντες στη μεγάλη συμμετοχή προϊόντων χαμηλής προστιθέμενης αξίας στο εξαγωγικό μείγμα της χώρας.

Σημαντικά ερευνητικά κέντρα της χώρας και ερευνητικές ομάδες πέτυχαν να καθιερωθούν (στο πλαίσιο του Προγράμματος Πλαίσιο της Ε.Ε. « Ορίζοντας 2020») μεταξύ των κορυφαίων εταίρων των ευρωπαϊκών βιομηχανιών και επιχειρήσεων στους τεχνολογικούς κλάδους προτεραιότητας της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Αντίστοιχα, οι κλάδοι υψηλής τεχνολογικής εξειδίκευσης αποδείχτηκαν πιο ανθεκτικοί στην οικονομική κρίση.

Διεθνείς πολυεθνικές, προγραμματίζουν την ανάπτυξη κέντρων έρευνας και ψηφιακών τεχνολογιών στην Ελλάδα πλησίον συστημάτων καινοτομίας και Ε&Α. Παρά τα θετικά παραδείγματα της τρέχουσας περιόδου, υπάρχει σημαντικό περιθώριο συνεργασίας με στόχο την παραγωγή αποτελεσμάτων που θα βελτιώσουν το καινοτομικό και τεχνολογικό μείγμα της ελληνικής επιχειρηματικότητας και των εξαγωγών».

Οι συντάκτες του draft έχουν καταφέρει να ενσωματώσουν στις παρατηρήσεις τους και στοιχεία της τελευταίας πανδημίας: «Πρέπει να επισημανθεί πως η πρόσφατη κρίση του Covid-19 αναδεικνύει έντονα την ζήτηση προϊόντων, υπηρεσιών εφαρμοσμένης ή και βασικής έρευνας που προκύπτουν από κοινωνικές ανάγκες και όχι από στενά οικονομικές ή αγοραίες ανάγκες.

Ως υψηλή επενδυτική προτεραιότητα αναγνωρίζεται η ενίσχυση της εφαρμοσμένης έρευνας και η ικανότητα των επιχειρήσεων να καινοτομούν και να προχωρήσουν μέσω της επιχειρηματικής ανακάλυψης και των συνεργειών με τα κέντρα αριστείας Ε&Α της χώρας σε προϊόντα και διαδικασίες με διεθνές ανταγωνιστικό αποτύπωμα, με έμφαση στους τομείς της έξυπνης εξειδίκευσης, των ευρωπαϊκών αλυσίδων αξίας και των νέων τεχνολογιών».

Σταματώ εδώ… Θα μπορούσα να παραθέσω πέραν των συμπερασμάτων των συντακτών του draft και τις προτάσεις τους, αρκετές από τις οποίες είναι αξιολογότατες. Δεν το κάνω για ένα και μοναδικό λόγο και αυτός δεν αφορά προφανώς το περιεχόμενο των προτάσεων. Το κάνω γιατί θα ήθελα ο αναγνώστης να διαπιστώσει το χάσμα ανάμεσα στο οικονομικό προφίλ της χώρας και τις κομματικές επιλογές. Το επαναλαμβάνω: Τις κομματικές επιλογές. Πιστέψτε με, οι κυβερνητικές και οι κομματικές επιλογές δεν ταυτίζονται πάντα – θα υποστήριζα μάλλον το αντίθετο.

Με άλλα λόγια, το μέγιστο πρόβλημα είναι η πολιτική- ιδεολογική δουλειά μέσα στη κοινωνία – εκεί που διαμορφώνονται και αναπτύσσονται αντιλήψεις και συμπεριφορές. Και «μέσα στη κοινωνία», πέραν της κυβέρνησης και των κομμάτων του δημοκρατικού συνταγματικού τόξου, ανήκουν οι δήμοι και οι περιφέρειες, τα συνδικάτα, οι εργοδοτικοί φορείς, η κοινωνία των πολιτών με τις όποιες εκφράσεις της.

Γράψτε το σχόλιό σας