Τη Δευτέρα 11 Νοεμβρίου είχε προγραμματιστεί να τιμηθεί στον «Παρνασσό» η πνευματική προσφορά του μεγάλου στιχουργού Κώστα Βίρβου. Η καθηγήτρια του Παντείου κόρη του μού είχε κάνει την τιμή να είμαι ένας από τους ομιλητές. Επ’ ευκαιρία ενός πράγματι έξοχου πολυσέλιδου τόμου αφιερωμένου στον πατέρα της. Μια εξαντλητικά πολύτιμη βιογραφία και πεζογραφία εκείνου του σεμνού δημιουργού. Η Μαρία Βίρβου κατορθώνει να μιλήσει νηφάλια για τον σημαντικό δημιουργό πατέρα της που διέτρεξε με τη ζωή και το έργο του μια από τις πλέον τραυματικές εποχές του τόπου μας στον εικοστό αιώνα. Ο πολύτιμος τόμος που εξέδωσαν οι Εκδόσεις Παπαζήση έρχεται να εμπλουτίσει μια σειρά έργων με στίχους τραγουδιών και βιογραφικά ντοκουμέντα του Ακη Πάνου, του μεγάλου Γκάτσου, του Μάνου Ελευθερίου, του Πυθαγόρα, του Κακουλίδη, της μέγιστης Παπαγιαννοπούλου, του Μητσάκη και του κορυφαίου Βαμβακάρη, του Λευτέρη Παπαδόπουλου, δασκάλου!

Πίσω απ’ αυτή τη γενιά υπήρξαν επίσης δυνατοί και εμπνευσμένοι ποιητές – στιχουργοί τραγουδιών. Ο Αττίκ, ο Χαιρόπουλος, ο Τραϊφόρος, ο Σακελλάριος, ο Κολοκοτρώνης, ο Σοφός. Δεν εξαντλώ τον κατάλογο. Ενδεικτικά γράφω. Αυτή και η προηγούμενη γενιά και η γενιά που δημιουργεί ακόμη με κορυφαίο τον Σαββόπουλο έρχονται να συνεχίσουν την εξαίσια παράδοση του δημοτικού τραγουδιού που χωρίς αμφιβολία συνέχισε την αριστουργηματική εσοδεία της βυζαντινής υμνογραφίας και στο βάθος του παρελθόντος τη Σαπφώ, τον Ανακρέοντα, τα χορικά των μεγάλων τραγικών και τη λυρική (πέρα από την κωμική) περιουσία του Αριστοφάνη.

Πότε θα βρεθεί ένας γενναιόδωρος φιλόλογος ανθολόγος χωρίς παρωπίδες να μας χαρίσει μια λυρική ανθολογία που να ξεκινά από τη Σαπφώ και να φτάνει ως τον Βαμβακάρη, τον Βίρβο και τη Λίνα Νικολακοπούλου;

 

Λαϊκό τραγούδι

Στη σύγχρονη Βαβέλ της Αθήνας πορείες από τη μία και κινέζοι πρόεδροι από την άλλη που απέκλεισαν τον δρόμο προς τον «Παρνασσό» παρ’ όλες τις προσπάθειες από τον σεμνό διοργανωτή και περφόρμερ Τζουανόπουλο. Τον Βίρβο βέβαια τον είχα θαυμάσει από πολύ παλιά, μανιακός ακροατής στην επαρχία όπου μεγάλωσα του ραδιοφώνου. Τότε το λαϊκό τραγούδι και τα αριστουργήματα του Τσιτσάνη, του Παπαϊωάννου, του Μητσάκη, του Βαμβακάρη, του Καλδάρα, του Ακη Πάνου παίζονταν στο ραδιόφωνο σε πληρωμένες από τις δισκογραφικές εταιρείες ειδικές διαφημιστικές εκπομπές. Αλλά οι φωνές της Νίνου, του Καζαντζίδη, του Μπιθικώτση, της Πόλυς Πάνου, της Μαρινέλλας γαλούχησαν, μαζί με το λιτό μουσικό ήθος και τον ευθύβολο στίχο, γενιές Ελλήνων.

Αργότερα, ταπεινός στιχουργός κι εγώ, όταν ιδρύσαμε για λόγους προστασίας της πνευματικής περιουσίας την ΕΔΕΤ (Ενωση Δημιουργών Ελληνικού Τραγουδιού, δική μου πρόταση ονομασίας που πρότεινε να καθιερωθεί ο Γκάτσος), εκλέχτηκα αντιπρόεδρος και είχα διαδοχικούς προέδρους τον Μ. Χατζιδάκι, τον Μ. Θεοδωράκη και τον Γ. Κατσαρό. Ακλόνητος γενικός γραμματέας ο Κώστας Βίρβος.

Ο αυθεντικός αυτός Θεσσαλός (το επώνυμό του όπως και του Τσιτσάνη παραπέμπει στους Κουτσόβλαχους, όπως και τα αρβανίτικα Ρίτσος, Γκάτσος, Τέτσης, Μερκούρης) που ως πολίτης είχε μια απροσδόκητη για όσους δεν τη γνωρίζουν δημοσιοϋπαλληλική καριέρα – ήταν ανώτατος διευθυντής στον Οργανισμό Κρατικών Λαχείων.

Οταν η ΕΔΕΤ αντιμετώπιζε και προβλήματα είσπραξης και διανομής των πνευματικών δικαιωμάτων των στιχουργών και συνθετών, λόγω της ποικιλίας των πηγών που εκμεταλλεύονταν τα προϊόντα της έμπνευσής τους (ταβέρνες, μπουάτ, πλοία, συναυλίες, ραδιόφωνο, τηλεόραση και βέβαια δισκογραφία) ο Βίρβος με την πείρα του ως ειδικού είχε δημιουργήσει ένα λογισμικό διανομής των δικαιωμάτων λαμβάνοντας υπόψη την ποσότητα της δισκογραφίας των δικαιούχων.

Αν επιμένω σ’ αυτά είναι για να καταδείξω πως ο Βίρβος ήταν ένας ενεργός και συνειδητός πολίτης, ως εκ τούτου ήταν και ένας ταλαντούχος στιχουργός που όμως γνώριζε και όφειλε να απευθύνεται στον Ελληνα ευρέος φάσματος, παιδείας και καταγωγής. Είχε πίσω του και δίπλα του το ρεμπέτικο τραγούδι, έξοχο σαφώς αποτύπωμα μιας εποχής και μιας τάξης ανθρώπων. Κατόρθωσε με τους στίχους του που μελοποιήθηκαν και από γνωστούς λαϊκούς δημιουργούς του ρεμπέτικου να απευθυνθεί σ’ ένα κοινό που έφερνε στο άστυ αγροτικές, ποιμενικές, θαλάσσιες, πεδινές, ορεινές, στρατιωτικές εμπειρίες, λαϊκές τελετές και λαϊκά και περιθωριακά επαγγέλματα και γλέντια. Δεν μπορεί κανείς να αντιληφθεί τι είναι εκείνο που κάνει τους στίχους του Βίρβου να νιώθεις, όταν τους ακούς, πως κάπου τους ξέρεις. Είναι γιατί τουλάχιστον για μια γενιά που έζησε και συμπορεύτηκε με τον δημιουργό υπάρχουν ανεπούλωτα τραύματα κοινωνικά, οικονομικά, ηθικά και πολιτικά.

Ο Βίρβος έζησε τη μεγάλη αλλά και τραγική συνάμα εποχή της Κατοχής, του Εμφυλίου, της εξορίας, της μετανάστευσης, του κυπριακού δράματος, της δικτατορίας, της αστυφιλίας, των διεκδικήσεων για καλύτερη παιδεία και περισσότερη ελευθερία ιδεών και ηθών.

Ο Βίρβος ως βαθιά διαβασμένος πολίτης και συνάμα υπάλληλος με όλα τα τραυματικά σύνδρομα του μεταπολεμικού μας κράτους γνώριζε πως η λέξη ρεμπέτικο και ρεμπέτης σήμαινε στη γλωσσική του περιπέτεια ο εξεγερμένος, ο επαναστάτης, ο κοινωνικά περιθωριακός.

 

Παλικάρι στη ζωή

Ο Βίρβος, γεννημένος στα Τρίκαλα το 1926, είναι έφηβος στην Κατοχή και παλικάρι που βγαίνει στη ζωή της εποχής της εμφύλιας κατάρας.

Στα 18 χρόνια του βασανίστηκε από τους κατοχικούς τυράννους και τα ντόπια τσιράκια τους. Εμεινε ακέραιος για να γράψει πως είναι της «Γερακίνας γιος» χωρίς έπαρση, αλλά ως μαρτυρία μιας γενιάς κι ενός αυθεντικού ήθους.

Αλλά ο Βίρβος είναι ο μεγάλος δημιουργός του μεταπολεμικού μας λαϊκού τραγουδιού. Και εξηγώ πως πρέπει κάποια στιγμή να πάψουμε να ονομάζουμε λαϊκό το αφελές, το απλοϊκό ή το γραφικό. Διότι συνέβη αυτό το περίεργο σ’ αυτόν τον ανάποδο τόπο όπου ζούμε. Η Αριστερά έκανε αγώνα για τον λαό και τα λαϊκά δικαιώματα και αποσκοράκισε, σχεδόν ενοχοποίησε το λαϊκό τραγούδι, εξαίροντας μόνο το δημοτικό, λες και ο Δήμος δεν είναι Λαός!!

Η διαφορά είναι ότι το δημοτικό γεννήθηκε στις αγροτικές κοινωνίες και το λαϊκό στο περιθώριο των αστικών κέντρων.

Από τους ίδιους Ελληνες: είτε μετανάστες μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή είτε αγρότες που έσπευσαν να ενταχθούν μετά τους δύο μεγάλους πολέμους και τον Εμφύλιο στις γειτονιές των πόλεων για να αποφύγουν την εγκατάλειψη της υπαίθρου από την αλλοτριωτική βιομηχανία είτε τους πολιτικούς και τους κομματικούς διωγμούς.

Αυτήν την εσωτερική Οδύσσεια από το πέρασμα των σύγχρονων Συμπληγάδων, αυτούς τους Λαιστρυγόνες, αυτούς τους Κύκλωπες έβαζε μπροστά στη γενιά του η πατροπαράδοτη ελληνική κακοδαιμονία στον Βίρβο.

Γράφει τα έξοχα τραγούδια για την ξενιτιά που τραγούδησε ο Καζαντζίδης, τα αστικά μεράκια που μελοποίησε ο Πλέσσας, τους καημούς της «υπόγειας ταβέρνας» όλων των λαϊκών βάρδων συνθετών και τραγουδιστών και τα τραγικά δρώμενα της κατοχής στην «Καταχνιά» που μελοποίησε ο Λεοντής και αθανάτισαν ο Καζαντζίδης και η Μαρινέλλα. Αλλά ο Βίρβος δεν ξέχασε ποτέ τις ρίζες του και την κάψα του θεσσαλικού κάμπου και τους λαϊκούς αγώνες του Κιλελέρ. Ετσι χάρισε έξοχους στίχους στον Γιάννη Μαρκόπουλο που μνημείωσαν τον «Θεσσαλικό κύκλο» με τις φωνές της Μοσχολιού, του Χαλκιά, του Γαργανουράκη, της Νικολάου, του Παύλου Σιδηρόπουλου με εξώφυλλο του Μυταρά. Αλλες εποχές, άλλοι άνθρωποι, άλλα ήθη και, βέβαια, άλλη ιστορική μνήμη και συνείδηση.

Ο Βίρβος υπήρξε ένας ευτυχώς σπάταλος σπορέας ελληνικού ύφους, ήθους, ρυθμού, μνήμης και αγωνιστικότητας. Μια γρηγορούσα συνείδηση και μια αξεδίψαστη έγνοια για τον τόπον αυτόν και τους ανθρώπους του.

Σεμνός, έως υπερβολής, απλός σαν τον διπλανό πελάτη της ταβέρνας, του καφενείου, του γραφείου και του λεωφορείου της γραμμής Ομόνοια – Πετράλωνα – Πέραμα.

Οσο ακόμη (για πόσο άραγε;) θα μας κατοικεί η Ελλάς φωνή από τον Καζαντζίδη και τον Μπιθικώτση έως τη Μοσχολιού και τον Μητσιά ο Βίρβος θα αφηγείται τον σφυγμό της Ελλάδας μετρώντας καημούς και χαΐρια.