Η επιλεκτική χρήση του όρου «πολιτική ορθότητα» με αρνητική χροιά έχει φτάσει στην Ελλάδα τα τελευταία χρόνια, με μερικές δεκαετίες καθυστέρηση από τις ΗΠΑ. Η εκφορά του όρου ως κάτι αρνητικό με το σημερινό πλαίσιο, ήταν μια συντηρητική αντίδραση κι η επιλεκτικότητα έγκειται στο ότι ο χρήστης της έχει κι ο ίδιος, πάντοτε, ένα σετ από έννοιες και αξίες για τις οποίες εισπράττει κάθε κριτική αποδόμηση ως ασέβεια.

Τις προάλλες έγινε viral στα κοινωνικά δίκτυα ένα απόσπασμα από μια τηλεοπτική εκπομπή όπου ο κεντρικός παρουσιαστής διατύπωσε τις απόψεις του για ένα μοντέλο plus size, με διαφορετικές αναλογίες από τα παραδοσιακά λιπόσαρκα πρότυπα της μόδας.

 

Αδιαφορώντας για το ότι μιλούσε για έναν πραγματικό άνθρωπο και για χιλιάδες εκεί έξω που μπορούν να ταυτιστούν με την εικόνα και τον σωματότυπό της, ο παρουσιαστής έκανε λόγο για «πατσές», «λίπη», ότι έχει πιο πολλά κιλά από το «φυσιολογικό» (άρα μη φυσιολογική), «φάλαινες» και ξεκαθάρισε ότι δεν είναι «υποχρεωμένος» να τη βλέπει στην παραλία.

Συμπαρουσιάστρια του εξήγησε, ούτε λίγο ούτε πολύ, ότι φταίει η πολιτική ορθότητα που μια γυναίκα με πιο πολλά κιλά από τα δικά της τολμάει να εμφανιστεί με μαγιό, και χαρακτήρισε δυσάρεστο θέαμα την Ασλεϊ Γκράχαμ, ένα μοντέλο plus size με σπουδαία διεθνή καριέρα. Στις ίδιες εκπομπές έχουν κατά καιρούς ακουστεί πολλά, με την ίδια ένταση πάντα, με πιο σύνηθες «θύμα» τους ομοφυλόφιλους άντρες.

 

Αν αφήναμε στην άκρη όρους όπως η πολιτική ορθότητα κι η συμπεριληπτικότητα, όλα αυτά θα τα λέγαμε όπως λέγονταν πάντα: απρέπειες. Διότι τελικά, εισήχθησαν νέοι όροι για να χρησιμοποιούνται ως δικαιολογία για να είναι κάποιος απρεπής και χυδαίος απέναντι σε συνανθρώπους μας και για να φιλτράρεται κάθε αντίδραση σε αυτό μέσα από το πλαίσιο των αυτονόητων δικαιωμάτων του υβριστή. Υποστηρίζεται δηλαδή (στα σοβαρά κιόλας!) ότι συνιστά «περιστολή δικαιώματος» το να πούμε ότι δεν είναι ωραίο πράγμα η χυδαιότητα.

Ο Χάμπερμας, στο έργο του «Το πραγματικό και το ισχύον», γράφει ότι μια κοινότητα δημοκρατική, με σύστημα δικαιωμάτων, χρειάζεται και μια αντίστοιχη γλώσσα για να συνεννοείται. Το ερώτημα του ενός εκατομμυρίου λοιπόν είναι μήπως, τελικά, λείπει η γλώσσα γιατί λείπουν και μερικές προϋποθέσεις της.