Σαν σχολική έκθεση: Ζούμε σε καιρούς αγριότητας. Είναι το κλίμα πολωμένο, είναι σα να γυρίσαμε στα ένστικτα, έχοντας χάσει το μεγαλύτερο προνόμιο που μας χαρίστηκε ποτέ: Την αστρονομία.

Την αστρονομία; Φυσικά. Όπως όταν μάθαμε σαν ανθρωπότητα πως η γη κινείται. Δεν είναι το κέντρο του σύμπαντος, είναι ένα κομμάτι του. Αυτή η φοβερή αποκάλυψη έκλεισε την πόρτα της αλαζονείας και έστειλε τον Γαλιλαίο στην Ιερά Εξέταση τον Σοφών της απόλυτης αλήθειας. Απόλυτη αλήθεια δεν υπάρχει κι αν υπάρχει, δεν είναι δική μας δουλειά να την κατέχουμε. Δεν θα είχε και καμία σημασία, ποιον θα ωφελούσε;

Υπάρχει, όμως, πραγματικότητα κι είναι άσχημη. Κάπως την έμαθε ο καθένας μας, ας την δει με τα δικά του μάτια, αλλά δεν παύει να είναι πραγματικότητα. Όταν ήμασταν παιδιά, φοιτητές ας πούμε, πιστεύαμε πως ο κόσμος θα αλλάξει μόνο επειδή είναι το δίκαιο και κυρίως, επειδή μας βαστούσαν τα χέρια μας και τα πόδια μας και τα μικρά μας χρόνια να νομίζουμε πως αρκεί απλώς να μπει το σώμα μας ασπίδα. Το σώμα το τσακίσανε, όχι μόνο τα χρόνια, το τσακίσανε οι Σοφοί της εποχής μας.

Δεν τον αλλάξαμε τον κόσμο, εξάλλου έχει την αιώνια συνήθεια να αλλάζει μόνος του. Κινούνται τα νήματα της ιστορίας, αλλάζουν οι κοινωνίες. Αν δεν άλλαζαν, δεν θα μπορούσα τώρα να γράφω αυτό το κείμενο, θα δούλευα πάνω από τον καρβουνιάρη ή θα ήμουν κλεισμένη σε ένα σπίτι, γυναίκα γαρ. Σε άλλες γωνιές, μακριά από την Δύση, ακόμα έτσι ζουν οι άνθρωποι. Πεθαίνουν πάνω στις μηχανές της οικονομίας, λιθοβολούνται, τροφοδοτεί ο πόνος του Τρίτου Κόσμου την καλή ζωή που μπορείς να λες πως έχεις εδώ στην Δύση. Γι’ αυτό κι ο Τρίτος Κόσμος θα παραμένει Τρίτος. Κάστες, κάστες.

Θυμάμαι κάτι καιρούς, πριν αρχίσει να είναι τόσο εμφανές το κοινωνικό μίσος, τρέχαμε μερικοί να στηρίξουμε κάτι. Μετανάστες, δικαιώματα. Μετά το καζάνι ξεχείλισε. Θα γινόταν, μπορούμε για ώρες να διαφωνούμε πώς ξεχείλισε, αλλά θα γινόταν. Νομοτελειακά; Μπορεί νομοτελειακά, ναι.

Και τώρα είναι η εποχή της αγριότητας. Δεν πέρασαν πολλά χρόνια από το πρώτο σοκ των χιλιάδων αστέγων στην πόλη με τα χιλιάδες άδεια σπίτια, ούτε των ανθρώπων που έψαχναν τα σκουπίδια. Ούτε κι η γη της επαγγελίας έφτασε, βέβαια, οπότε βρισκόμαστε ξανά στο ίδιο αστρονομικό δεδομένο: Δεν είμαστε το κέντρο του σύμπαντος.

Πνιγμένοι

Δεν είμαστε καν το επίκεντρο του εαυτού μας, αν έχει κάποια σημασία ή αν υπάρχει πιθανότητα κάπως αυτό να γίνει κατανοητό. Υπάρχουν τρόποι να το αντιληφθούμε, όμως. Είναι αυτό που λέμε «η στραβή». Και τυχαίνει να ανοίγουν τα μάτια μας περισσότερο αν η στραβή χτυπήσει το σπίτι μας.

Από το 2013 έχουν πνιγεί στις θάλασσές μας εκατοντάδες, χιλιάδες άνθρωποι. Έχουν πεθάνει χωρίς φάρμακα –αυτό πιο δύσκολα το συνειδητοποιείς, δεν γράφονται τέτοιες ειδήσεις. Έχουν μείνει αφημένοι στη μοίρα τους να ψοφήσουν. Μέσα στα νοσοκομεία, έξω από αυτά, παρατημένα παιδιά σε ιδρύματα-κολαστήρια, φυλακές εκδίκησης, μαχαιροβγάλτες βουλευτές, δολοφονημένοι άνθρωποι από το ξύλο έξω από κοσμηματοπωλείο στην Ομόνοια. Κι η κοινωνία γεμάτη ένστικτα. «Πρωτόγονα».

Δολοφονίες σωμάτων και δολοφονίες χαρακτήρων, επίσης. Σώθηκαν ποτέ κανίβαλοι από άλλους κανιβάλους; Όχι, λέει η ανθρωπολογία. Κάποτε έπαψε να τρώγεται η ανθρώπινη σάρκα κι από την κυριολεξία περάσαμε στη μεταφορά.

Αλλά κάποια στιγμή γίνεται «η στραβή» κι ανοίγει η πόρτα ενός άλλου κόσμου. Στον δικό μου άλλο κόσμο, έμαθα τι σημαίνει να ψηλώνει η ανθρωπιά, όταν κινδυνεύεις να χαθείς για πάντα.

Στα νοσοκομεία, ας πούμε. Στα νοσοκομεία δεν υπάρχει περισσότερο ή λιγότερο σημαντικός άνθρωπος. Υπάρχει αίμα που πρέπει να συνεχίσει να κυλάει στις φλέβες. Ούτε ποιος είσαι, ούτε από πού είσαι, είσαι προτεραιότητα γιατί επίκεντρο αυτού του σύμπαντος είναι η ανθρώπινη ζωή. Πρώτα για να κρατηθεί, μετά για να έχει ποιότητα.

Φανταστείτε την κοινωνία σαν ένα απέραντο νοσοκομείο, όμως. Ή, πιο σωστά, ένα απέραντο νοσοκομείο να λειτουργεί όπως η κοινωνία τώρα. Φανταστείτε γιατρούς να μην θεραπεύουν «της γης τους κολασμένους». Να λένε, δε με ενδιαφέρει τι κάνεις στο κρεβάτι του νοσοκομείου, αρκεί να μην προκαλείς ή να λένε,για να γίνω πιο σαφής,  πως δεν θέλουμε ομοφυλόφιλους στην κλινική μας. Ή φτωχούς. Ή πρόσφυγες. Ή ανθρώπους που δεν έχουν να πληρώσουν.

Νοσοκομείο και κοινωνία

Φανταστείτε τι κολαστήριο θα γινόταν το μοναδικό πράγμα που έχει τόση σημασία όσο έχει η ανθρώπινη ζωή, αν λειτουργούσε το νοσοκομείο σαν την κοινωνία. Αν έπνιγαν μωρά παιδιά στους νιπτήρες, όπως πνίγονται στη Μεσόγειο. Αν τα έστελναν πίσω στα βομβαρδισμένα «δικά τους» νοσοκομεία. Στις χώρες τους, δηλαδή, γιατί νοσοκομείο δικό σου και δικό μου δεν υπάρχει.

Φανταστείτε σώματα να λιώνουν από μέσα προς τα έξω σαν κεριά με ένα «θλιβερό, μα τι να κάνεις». Φανταστείτε νεοναζί γιατρούς να αποφασίζουν πως θα σκοτώσουν τον «εχθρό» ασθενή. Ή μην το φανταστείτε καν, το έχει κάνει στο παρελθόν ο Μένγκελε. Η ιστορία πάντα δίνει απαντήσεις.

Να, μια από τις απαντήσεις που έχει δώσει, είναι ότι κατά καιρούς, με σώματα μπροστά και ανοιχτά μάτια, κάτι, κάπως έγινε πιο υποφερτό. Για τις γυναίκες, τα παιδιά, τους ΛΟΑΤΚΙ, τους εργάτες, τα ζώα. Μόνο η Φύση δεν γλίτωσε ούτε λίγο. Είμαστε η κουτάλα που ανακατεύει την ιστορική αλλαγή, το πρόβλημα είναι πως δεν υπάρχουν συνταγές για τα μαγειρεία του μέλλοντος. Υπάρχει μόνο πραγματικότητα. Τώρα.

Τώρα, με την ευκολία να γυρίζεις την πλάτη, ελπίζοντας πως η επόμενη που θα χτυπηθεί δεν θα είναι η δική σου. Τώρα, που αγνοείς τους πόνους, όταν δεν τους ζεις. Κι όμως, δεν είμαστε καν το επίκεντρο του εαυτού μας. Και αυτό δεν έχει να κάνει με τα προσωπικά μας δράματα, έχει να κάνει με την αξιοπρέπεια. Μεγαλύτερη αξιοπρέπεια από εκείνη προς την ανθρώπινη ζωή δεν υπάρχει.

Γι’ αυτό φοβάμαι. Για τις δολοφονίες. Σωμάτων και χαρακτήρων, η αγριότητα γεννάει αγριότητα κι αυτό το καζάνι δεν έχει πάτο. Η νομιμοποίηση της αγριότητας αυξάνει τα όριά της.

Δεν ξέρω αν υπάρχει ορισμός της καλοσύνης. Ξέρω ότι υπάρχουν αναφορές. Ο χριστιανισμός, ας πούμε, είναι μια σπουδαία ωδή στην καλοσύνη, αν αγνοήσουμε τα εγκλήματα που έγιναν στο όνομά του. Η δικαιοσύνη είναι μια σπουδαία ωδή στην καλοσύνη, αν ξεχάσουμε ότι είναι καμιά φορά υποκειμενική.

Κι η καλοσύνη είναι ένα στοίχημα που κερδίζεται κάθε μέρα. Κάθε μέρα και διαρκώς. Η δικαιοσύνη μάλλον όχι, αλλά ας πούμε πως ξεφεύγοντας από τους εαυτούς μας ως επίκεντρο του κόσμου, μπορεί να συνειδητοποιήσουμε την τεράστια σημασία της αλληλεγγύης.

Το τσιτάτο με την κατσίκα του γείτονα έχει πεθάνει, όπως πέθανε και η κατσίκα. Εδώ πλέον αναμετριόμαστε με άλλα πράγματα. Γιατί νιώθουμε ασφαλείς πως δεν θα έρθει η δική μας ώρα της πτώσης. Ότι δεν θα πεθάνει το δικό μας παιδί σε ένα κλουβί στα Λεχαινά ή εμείς σε ένα κρεβάτι νοσοκομείου χωρίς φάρμακα. Ότι δεν θα μας στείλουν πίσω σε μια εμπόλεμη ζώνη.

Κι ίσως πράγματι να μη συμβεί τίποτα από όλα αυτά σε κάποιους από εμάς. Και να συνεχίζει η αγριότητα να κάνει την δουλειά της. Μέχρι που δεν θα γλιτώσει από αυτήν κανένας.

Βάρβαρα ένστικτα

Κοιμηθήκαμε κι αφήσαμε τα πιο βάρβαρα ένστικτά μας ξύπνια. Απέναντι σε όλους, νομίζοντας πως είναι μόνο απέναντι σε λίγους. Από την αγριότητα δεν ξέφυγε ποτέ κανένας. Είναι σημάδια που κουβαλάμε πάνω μας όσο καιρό υπάρχει ανθρωπότητα.

Και τώρα, την εποχή της Κρεατομηχανής, περιμένουμε. Χρησιμοποιούμε πολύ λάθος και με μεγάλη ειρωνεία την έκφραση «κασσάνδρες», δηλαδή ανθρώπους που προβλέπουν  πως έρχεται καταστροφή.

Η Κασσάνδρα, όμως, είχε δίκιο. Είχε προειδοποιήσει τον Αγαμέμνονα. Εκείνος προτίμησε να μην την ακούσει και γύρισε στο σπίτι που τον περίμενε η Κλυταιμνήστρα.

Το μοναδικό πράγμα που μας έχει απομείνει και που πάντοτε ήταν δικό μας, είναι η αλληλεγγύη. Κι η καλοσύνη κόντρα στην αγριότητα, η κατανόηση του πόνου του ανθρώπινου, της δυσκολίας των «άλλων» είναι το μοναδικό πράγμα που μπορεί, ίσως να μας κρατήσει όρθιους. Ιδανικά, όχι ανάμεσα σε πτώματα. Κι ας είναι πτώματα κυριολεκτικά ή μεταφορικά.

Φανταστείτε απλώς το νοσοκομείο να λειτουργεί με τον αυτοματισμό της κοινωνίας. Ελπίζω πως κανένα στομάχι δεν μπορεί να αντέξει τόση φρίκη.

Γράψτε το σχόλιο σας