Ο Κωστής Παλαμάς είχε συχνά σχολιαστεί αρνητικά  από τους συγχρόνους του λογίους, ακόμη και φίλους συναγωνιστές στον πνευματικό στίβο, διότι χωρίς αυστηρή επιλογή έγραφε συχνότατα προλόγους σε ποιητικές συλλογές κυρίως νέων φερέλπιδων ποιητών, οι περισσότεροι από τους οποίους δεν αξιώθηκαν να αποκτήσουν ούτε μια θεσούλα στα ριζά του ποιητικού Παρνασσού. Οι περισσότεροι χαρακτηρίζουν αυτή τη γενναιοδωρία του Ποιητή ως προσπάθεια να συγκροτηθεί μια ευρεία συντεχνία, της οποίας Τελετάρχης θα ήταν ο Μεγάλος Ποιητής. Αλλοι δικαιολογούν τις επιεικείς κρίσεις του σε μια αδυναμία να αρνηθεί, όταν ένας νέος ποιητής ζητούσε ως διαβατήριο για το ταξίδι του στον δυσπρόσιτο κόσμο και συχνά επιφυλακτικό της τέχνης, τη σύσταση και εντέλει την προστατευτική ασπίδα του Ποιητή.

Η ταπεινή μου γνώμη είναι τελείως διαφορετική. Ισως ενδομύχως είναι μια σανίδα σωτηρίας και για τη δική μου γνωστή γενναιοδωρία, αφού και δεκάδες συλλογές προλόγισα και σχεδόν εκατοντάδα συμμετοχή είχα σε παρουσιάσεις νέων αλλά και δόκιμων ποιητών. Παρακαλώ να μην παρεξηγηθεί η σύγκριση της ελαχιστότητάς μου με τον μεγάλο Δάσκαλο παρά μόνο σ’ ένα σημείο είναι συγκλίνουσες οι γενναιοδωρίες μας προς νέους ποιητές. Στην προσπάθεια να κοινοποιηθεί και να κριθεί έργο αγνώστων λογοτεχνών σε μια εποχή, κυρίως τη δική μας, που η πλημμυρίδα των εντύπων αλλά ο σιμούν των ποιητικών, λογοτεχνικών εν γένει, βιβλίων έχει σχεδόν στομώσει τον δημόσιο κριτικό λόγο.

Πώς να προλάβει και να ξεχωρίσει ένας επαγγελματίας κριτικός, έστω κι αν διαθέτει μόνιμη κριτική στήλη, όταν του δίνεται η δυνατότητα να ασχοληθεί σοβαρά με το πολύ 52 (όσες και οι εβδομάδες) κριτικές, αν γράφει σε καθημερινές ή εβδομαδιαίες εφημερίδες. Τώρα μάλιστα με την κρίση που έκλεισαν ή φυτοζωούν αξιόλογα λογοτεχνικά περιοδικά οι δυνατότητες να δοθούν σ’ έναν κριτικό ποίησης να εντάξει μέσα στο περιθώριο που έχει και νέες φωνές, άγνωστες, όταν οφείλει από την άλλη να σταθμεύσει και στις νέες και ίσως ανατρεπτικές του παρελθόντος του παλιές, έγκυρες ποιητικές φωνές.

Κάνω εδώ μια παρένθεση για να αναφερθώ στα ανάλογα αδιέξοδα της θεατρικής κριτικής.

Εχω την ευτυχία να διαθέτω κάθε εβδομάδα (άρα 52 τον χρόνο) μία σελίδα εδώ και 50 χρόνια περίπου σ’ αυτή την εφημερίδα. Τα τελευταία χρόνια έχω τη χαρά να μοιράζομαι τα προϊόντα της θεατρικής αγοράς με την παλιά μου μαθήτρια και έξοχη δημοσιογράφο Μυρτώ Λοβέρδου. 52 εγώ, 52 εκείνη παραστάσεις που κρίνονται στον χρόνο, ενώ αποδεδειγμένα έχουμε να επιλέξουμε από 1.050 (ναι, χίλιες πενήντα) παραστάσεις στο Λεκανοπέδιο! Υπάρχουν παραστάσεις που απασχολούνται και προτείνουν τολμηρές και άλλοτε προκλητικές ερμηνείες κλασικών έργων. Υπάρχουν και παραστάσεις νέων σκηνοθετών, νέων συγγραφέων και νεανικών θιάσων. Ο,τι ακριβώς συμβαίνει με την ποιητική συγκομιδή.

Από τη μια ο κριτικός έχει να κρίνει και να αναλύσει τη νέα ποιητική προσφορά της Δημουλά, του Πατίλη, του Βαγενά, της Αγγελάκη – Ρουκ, του Φωστιέρη, του Βλαβιανού (δεν εξαντλώ τον κατάλογο των σημαντικών ζώντων ποιητών μας). Εξάλλου συχνά κυκλοφορούν συγκεντρωτικές συλλογές ή Απαντα απόντων ποιητών πρόσφατων ή παλιότερων.

Δεν οφείλει ο κριτικός σ’ αυτή την περίσταση να επιχειρηματολογήσει στο κατά πόσο ο παλιότερος ποιητής ισχύει και γιατί στις μέρες μας (π.χ. ο Καρυωτάκης, ο Αγρας, η Μυρτιώτισσα, αλλά και ο Λειβαδίτης, ο Αναγνωστάκης, ο Καρούζος κ.ά.) και από την άλλη να αναλύσει νεοφανείς παρουσίες ζώντων ποιητών που τολμούν και ανανεώνουν την τεχνική τους και συχνά τη θεματική τους; Ποιητές όπως ο Βαγενάς, ο Κοροπούλης, ο Καψάλης επανέφεραν με νέα οπτική τα ποιήματα κλειστής φόρμας (όπως το σονέτο) και άλλοι καλλιεργούν μια ρυθμική ποιητική πρόζα που αποθεώνει την εικόνα.

Πώς λοιπόν ο κριτικός του περιορισμένου χώρου και χρόνου θα μπορέσει να ασχοληθεί με νέες φωνές και άγνωστους ποιητές, ώστε με τον κριτικό έλεγχο να ξεχωρίσει ή ήρα από το στάρι;

Η εκδοτική δραστηριότητα λόγω της κρίσης επιλέγει να εντοπίσει έργα, κυρίως πεζογραφίας, που θα απορροφηθούν από το ευρύ κοινό. Δοκίμια, επιστημονικές μελέτες απευθύνονται σε στοχευμένα άτομα που αποτελούν πνευματικές συντεχνίες (πανεπιστημιακοί, πολιτικοί, δημοσιογράφοι, γιατροί, τεχνικοί κ.τ.λ.).

Οι περισσότερες ποιητικές συλλογές (και είναι πολλές, πλήθος) που κυκλοφορούν με το έργο και τις ποιητικές προτάσεις νέων δημιουργών εντάσσονται σε όμορφες σειρές, ομοιόμορφες και με αισθητική μέριμνα, αλλά πληρώνεται το κόστος έκδοσης από τον ποιητή ή τον πατέρα του, τον νονό του, τα πεθερικά, τους φίλους του ή από τον μισθό του ποιητή, αν είναι εργαζόμενος.

Μέσα από αυτή την πληθώρα καλοτυπωμένων ποιητικών συλλογών πώς θα ξεχωρίσει η νέα πολλά υποσχόμενη φωνή;

Τα έχω και άλλοτε γράψει. Οι νέες ποιητικές συλλογές νέων δημιουργών κυκλοφορούν σ’ έναν ορισμένο κύκλο, κυρίως ομοτέχνων, στους οποίους δωρίζονται, και η εκτίμηση για την ποιότητα ή την πρωτοτυπία του έργου εξαρτάται από τη γενναιοδωρία του ομότεχνου (που σπάνια δεν είναι μοχθηρή) ή του φίλου και του συνοδοιπόρου σε αισθητικά, πολιτικά ή κοινωνικά θέματα. Παλιότερα υπήρχαν περιοδικά (πληθώρα) που κυκλοφορούσαν στους πάγκους των βιβλιοπωλείων και διαβάζονταν από συγκεκριμένες παρέες πνευματικής συγγένειας. Εκεί έβρισκαν στέγη και συχνά στοργή και όχι σπάνια και κριτική (πάντα επαινετική) αποτίμηση.

Σήμερα οι συλλογές των πρωτοεμφανιζόμενων κυρίως ποιητών κυκλοφορούν σαν χαμένες βάρκες στο πέλαγο, το συχνότατα τρικυμιώδες, της εποχής. Κάποιοι καταφεύγουν στο Διαδίκτυο, αλλά εκεί, στον νέο αυτόν κυκεώνα, το καλό συνορεύει με το χυδαίο, το καλογραμμένο με το πρόχειρο και το εντελές με το ευτελές. Και δυστυχώς κυρίως οι νέοι που καταφεύγουν σ’ αυτή τη νέα επικοινωνία, τέκνα μιας σαθρής παιδείας, δεν έχουν ούτε κριτήρια ούτε προσωπικά αποκτημένη κρίση για να επιλέξουν το πολύτιμο εύρημα μέσα στη σαβούρα.

Αλλά ας μιλήσουμε και ως πολίτες μιας έστω επιδιωκόμενης δημοκρατίας ιδεών. Προσωπικά χαίρομαι και για την πληθώρα των παραστάσεων και τον ωκεανό των ποιητικών συλλογών και για τα εκδοτικά «τούβλα» μυθιστορημάτων που καταναλώνονται.

Ενας νέος άνθρωπος, σε μια εποχή εκκρεμή ιδεολογικά, ηθικά, αισθητικά και κυρίως πολιτικά, όταν, αντί να κυνηγάει θεσούλες στο Δημόσιο φιλώντας κατουρημένες ποδιές, αντί να εντάσσεται σε μια κακοπληρωμένη βιοτεχνία, βιομηχανία ή γραφειοκρατία ιδιωτείας, κάνει θέατρο στις παρυφές της πόλης ψάχνοντας, άλλοτε με γνώση, άλλοτε με ένστικτο, άλλοτε με θράσος, με μέσα ανύπαρκτα, αν γράφει ποίηση τις ώρες που άλλοι αποθεώνουν είδωλα των γηπέδων ή των σίριαλ, αν, κυρίως οι γυναίκες, αντί να κουτσομπολεύουν ή να ξεφυλλίζουν περιοδικά μόδας και κοσμικής παγκόσμιας διασημότητας, διαβάζουν βιβλία έστω και επιφανειακά, αλλά καλογραμμένα (αλλιώς δεν θα είχαν αναγνώστες εκατομμύρια), είναι μια απόδειξη πως οι νέοι και οι νέες της χώρας μας από ένστικτο και πνευματική δίψα, πείνα και ανάγκη ψυχής βρήκαν τρόπο να γεμίσουν το κενό μιας εκπαίδευσης που παράγει συστηματικά ό,τι έλεγε η γιαγιά μου, τενεκέδες ξεγάνωτους.

Ζητείται γανωτής.

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο