Η κυβέρνηση, στο πλαίσιο της προεκλογικής της εκστρατείας, έχει αναλωθεί σε εξαγγελίες προεκλογικών παροχών, την ίδια στιγμή που η πραγματική οικονομία και κυρίως η μεσαία τάξη όχι μόνο δεν έχουν ανακάμψει, αλλά φλερτάρουν σε σημαντικό βαθμό με την πτώχευση και τον αφανισμό κυρίως σε επίπεδο μικρών και μικρομεσαίων επιχειρήσεων.

Ο Πρωθυπουργός και το οικονομικό επιτελείο έκαναν μια σαφή κομματική επιλογή στην άσκηση της οικονομικής πολιτικής, ενώ έπεσαν έξω, από την ψήφιση του κρατικού προϋπολογισμού και μετά, σε όλες τις προβλέψεις.

Η βασική λοιπόν επιλογή ήταν και παραμένει να περικοπεί σε σημαντικό βαθμό το πρόγραμμα δημοσίων επενδύσεων της χώρας, που θα ευνοούσε συνολικά την οικονομία, καθώς και τη μεσαία τάξη, από την υπεραξία των μεγάλων έργων αλλά και από την ανάληψη επιχειρηματικών αναθέσεων προς τον ιδιωτικό τομέα.

Στον αντίποδα, η κυβέρνηση συζητεί ξανά για επιδόματα, για 13η σύνταξη, ενώ έχει ήδη ψηφίσει τη μείωση του αφορολογήτου, την οποία μάταια προσπαθεί να την ισοσταθμίσει με μείωση του ΦΠΑ σε συγκεκριμένα αγαθά.

Είναι εντυπωσιακό ότι ενώ η κυβέρνηση διαφημίζει παντού την ανάκαμψη της οικονομίας και το τέλος των Μνημονίων, αν κοιτάξει κανείς στα μακροοικονομικά μεγέθη τον ακαθάριστο σχηματισμό πάγιου κεφαλαίου, θα διαπιστώσει ότι το 2018 είχαμε μείωση 12%, ενώ η αύξηση για το 2019, βάσει των αναθεωρημένων προβλέψεων, ανέρχεται μόλις στο 3,9%, όταν η κυβέρνηση υπολόγιζε αρχικά πάνω από 10%.

Μάλιστα οι όποιες αυξήσεις προκύπτουν στις ακαθάριστες επενδύσεις είναι αποτέλεσμα των εσόδων των ιδιωτικοποιήσεων και δεν προέρχονται από οργανικά έσοδα από σημαντικές επενδύσεις του κράτους, είτε από την αξιοποίηση του μοντέλου συνεργασίας του δημόσιου με τον ιδιωτικό τομέα ως συμπράξεις (ΣΔΙΤ).

Με βάση τα παραπάνω, η κυβέρνηση, προσπαθώντας να πιάσει τον στόχο του πρωτογενούς πλεονάσματος, έχει φθάσει σε υπέρογκο πλεόνασμα για το 2019 άνω του 4,5%, πολύ πάνω δηλαδή από το όριο του Μνημονίου, με στόχο να κρατά στη φαρέτρα της κονδύλια για παροχές, όπου εκείνη κρίνει και επιθυμεί, χωρίς όμως να μειώνει τα ληξιπρόθεσμα χρέη προς τους ιδιώτες και με τη λιτότητα να παραμένει έντονη σε όλο το κοινωνικό φάσμα, όταν τελικά οι επενδύσεις μειώνονται και το δημόσιο χρέος, παρά τις έντονες θυσίες, συνεχίζει την αυξητική του πορεία άνω του 180% του ΑΕΠ, εγκλωβίζοντας σε έναν φαύλο κύκλο ύφεσης ολόκληρη την ελληνική οικονομία και κοινωνία.

Ο Μελέτης Ρεντούμης είναι οικονομολόγος τραπεζικός

 

Γράψτε το σχόλιο σας