Ακούμε και διαβάζουμε αυτές τις μέρες δημοσιεύματα και διαμαρτυρίες περί έλλειψης εμβολίων στην αγορά προκειμένου να εμβολιαστούν, πολύ καθυστερημένα, συμπολίτες μας οι οποίοι κινητοποιήθηκαν από τον διαρκώς αυξανόμενο αριθμό των νεκρών.

Όσο όμως κι αν παρουσιάζεται αυτό σαν πρόβλημα, το πρόβλημα έχει ξεκινήσει πολύ νωρίτερα και δεν βοηθούν ούτε οι διαβεβαιώσεις του αναπληρωτή υπουργού Υγείας, Παύλου Πολάκη, ότι δεν έγινε «καμιά καταστροφή», ούτε η σπουδή να φορτωθούν ευθύνες τα «κακά ΜΜΕ» που ασχολούνται με το θέμα.

Ορισμένα δεδομένα:

Σύμφωνα με τα τελευταία επιβεβαιωμένα στοιχεία του ΚΕΕΛΠΝΟ, οι νεκροί από τη γρίπη στη χώρα μας είναι 74, με τους τελευταίους 18 καταγεγραμμένους θανάτους να έχουν σημειωθεί την εβδομάδα από τις 11-17 Φεβρουαρίου.

Οι 64 εκ των 74 θανάτων αφορούσαν σε ασθενείς που νοσηλεύτηκαν σε Μ.Ε.Θ και οι 10 σε ασθενείς χωρίς νοσηλεία σε Μ.Ε.Θ.

Την τελευταία εβδομάδα καταγράφηκαν 274 σοβαρά κρούσματα εργαστηριακά επιβεβαιωμένης γρίπης, εκ των οποίων τα 264 νοσηλεύτηκαν σε Μ.Ε.Θ. Από αυτά εμβολιασμένα ήταν τα 36 (14%).

Η πλειοψηφία των νεκρών δεν είχε εμβολιαστεί.

Σύμφωνα με τον πρόεδρο του ΚΕΕΛΠΝΟ, Θεόδωρο Ρόζεμπεργκ «περισσότερα από δύο εκατομμύρια άνθρωποι έχουν εμβολιαστεί φέτος για τον ιό της γρίπης και αυτοί που εμβολιάστηκαν είναι σαφώς περισσότεροι, σχεδόν 500.000 άνθρωποι παραπάνω σε σχέση με πέρυσι». Ο κ. Ρόζεμπεργκ όμως, σε αντίθεση με τον αναπληρωτή υπουργό, δεν το πανηγυρίζει αφού στην παραπάνω δήλωση τόνισε «όμως δεν είμαστε ικανοποιημένοι. Δεν είναι αρκετά τα 2 εκατομμύρια εμβολιασμένα άτομα για μία γενικότερη θωράκιση του πληθυσμού από την επιδημία».

Σύμφωνα με την ΠΟΕΔΗΝ (πανελλήνια ομοσπονδία εργαζομένων στα δημόσια νοσοκομεία) και δεκάδες ανεξάρτητες μαρτυρίες υγειονομικών, μια από τις μεγαλύτερες πληγές παραμένει η ανεπαρκής εμβολιαστική κάλυψη των ιατρονοσηλευτικού προσωπικού και όλων των εργαζομένων υγειονομικών στη χώρα.

Τα στοιχεία που έδωσε στη δημοσιότητα η ΠΟΕΔΗΝ για την περσινή χρονιά είναι αποκαρδιωτικά.

Τα στοιχεία για τους εμβολιασμούς το 2017-2018

Στις ίδιες δηλώσεις του, ο πρόεδρος του ΚΕΕΛΠΝΟ ανέφερε ότι η κατάσταση είναι μεν καλύτερη φέτος «παρά ταύτα δεν θεωρούμε ότι είναι ικανοποιητική η εμβολιαστική κάλυψη του ιατρονοσηλευτικού προσωπικού παρά το ότι φέτος διατέθηκαν εμβόλια δωρεάν». Το ιατρονοσηλευτικό προσωπικό κι οι εργαζόμενοι σε μονάδες υγειονομικού είναι απολύτως υποχρεωτικό να εμβολιάζονται.

Πως εφαρμόζεται η υποχρεωτικότητα; Υπάρχουν κυρώσεις αν δεν εμβολιαστεί κάποιος; Όχι. Είναι μια υποχρεωτικότητα που επαφίεται στη λογική και το ήθος του καθενός. Σε άλλες χώρες, μη εμβολιασμός γιατρού ή νοσηλευτή ισοδυναμεί με απόλυση. Ποιος έχει την αρμοδιότητα για την εμβολιαστική κάλυψη του υγειονομικού προσωπικού; Το υπουργείο Υγείας. Η αποτυχία βαραίνει το υπουργείο Υγείας, κάθε χρόνο.

Ποιος έχει επίσης ευθύνη να αυξήσει τις λειτουργικές ΜΕΘ εφόσον οι λίστες αναμονής καταμαρτυρούν πως χρειαζόμαστε περισσότερες κλίνες; Το υπουργείο Υγείας βέβαια.

Όπως εξηγεί το ΚΕΕΛΠΝΟ, το υπουργείο Υγείας και κάθε άλλος οργανισμός δημόσιας υγείας στον κόσμο «μέχρι σήμερα, ο κύριος τρόπος για να προστατευθεί κανείς από τη γρίπη είναι ο έγκαιρος εμβολιασμός. Κανένα φάρμακο δεν μπορεί να υποκαταστήσει τον αντιγριπικό εμβολιασμό, που είναι το κύριο μέτρο πρόληψης για την γρίπη». Ποιος μπορεί να εμβολιαστεί; Όποιος είναι από 6 μηνών και πάνω, εξαιρουμένων περιπτώσεων που δεν μπορούν για ιατρικούς λόγους. Όπως διαβάσαμε παραπάνω από τον πρόεδρο του ΚΕΕΛΠΝΟ, τα 2 εκατομμύρια που εμβολιάστηκαν φέτος δεν αποτελούν ικανοποιητικό αριθμό εφόσον ο στόχος είναι η γενική θωράκιση του πληθυσμού. Γιατί έχει σημασία η γενική θωράκιση; Πέραν του αυτονόητου γιατί δεν εμβολιαζόμαστε μόνο για εμάς αλλά για την ανοσία της αγέλης, η οποία προστατεύει και τους ιδιαίτερα ευπαθείς συμπολίτες μας, όσους είναι σε ανοσοκαταστολή, αυτούς που δεν μπορούν να εμβολιαστούν κλπ.

Ποιος πρέπει, όμως, οπωσδήποτε να εμβολιαστεί;

Ο ΠΟΥ εν συντομία αναφέρει τις έγκυες γυναίκες, τα παιδιά 6-59 μηνών, ο πληθυσμός άνω των 6 μηνών που πάσχει από χρόνια νοσήματα, οι ηλικιωμένοι, το προσωπικό υγείας, όσοι εργάζονται με μικρά παιδιά, τρόφιμοι κι εργαζόμενοι ιδρυμάτων και λοιπών εγκαταστάσεων για ηλικιωμένους και ανθρώπους με αναπηρία. Παρόμοια είναι η λίστα που περιλαμβάνεται στο Εθνικό Σχέδιο Δράσης για την Αντιμετώπιση Πανδημίας Γρίπης, που καταρτίστηκε το 2009 και μπορείτε να βρείτε αναρτημένο στην σελίδα του ΚΕΕΛΠΝΟ που περιλαμβάνει όλες τις σχετικές πληροφορίες και τα έγγραφα που αφορούν την εποχική γρίπη.

Σύμφωνα με την εγκύκλιο του Υπουργείου Υγείας (ΑΔΑ 7Ν68465ΦΥΟ-ΟΥΓ, 04/10/2018) με θέμα «Οδηγίες για την Εποχική Γρίπη 2018-2019 – Αντιγριπικός εμβολιασμός», οι ομάδες υψηλού κινδύνου για τη χώρα μας, που θα πρέπει να εμβολιαστούν με το τρέχον εμβόλιο για την περίοδο γρίπης 2018-2019, είναι οι εξής:

1. Άτομα ηλικίας 60 ετών και άνω

2. Παιδιά > 6 μηνών και ενήλικες που παρουσιάζουν έναν ή περισσότερους από τους παρακάτω

επιβαρυντικούς παράγοντες ή χρόνια νοσήματα:

Άσθμα ή άλλες χρόνιες πνευμονοπάθειες

Καρδιακή νόσο με σοβαρές αιμοδυναμικές διαταραχές

Ανοσοκαταστολή (κληρονομική ή επίκτητη εξαιτίας νοσήματος ή θεραπείας)

Μεταμόσχευση οργάνων

Δρεπανοκυτταρική νόσο (και άλλες αιμοσφαιρινοπάθειες)

Σακχαρώδη διαβήτη ή άλλο χρόνιο μεταβολικό νόσημα

Χρόνια νεφροπάθεια

Νευρομυϊκά ή Νευρολογικά νοσήματα

3. Έγκυες γυναίκες ανεξαρτήτου ηλικίας κύησης

4. Λεχωΐδες

5. Θηλάζουσες

6. Άτομα με Δείκτη Μάζας Σώματος (ΒΜΙ)>40kg/m

7. Παιδιά που παίρνουν ασπιρίνη μακροχρόνια (π.χ. νόσος Kawasaki,ρευματοειδής αρθρίτιδα και άλλα), για τον πιθανό κίνδυνο εμφάνισης συνδρόμου Reye μετά από γρίπη

8. Άτομα που βρίσκονται σε στενή επαφή με παιδιά <6 μηνών ή φροντίζουν άτομα με υποκείμενο νόσημα, τα οποία διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο επιπλοκών από τη γρίπη

9. Κλειστοί πληθυσμοί (προσωπικό και εσωτερικοί σπουδαστές σχολείων, στρατιωτικών και αστυνομικών σχολών, ειδικών σχολείων ή σχολών, τρόφιμοι και προσωπικό ιδρυμάτων, νεοσύλλεκτων στις ένοπλες δυνάμεις κ.ά.). Στρατεύσιμοι στα κέντρα κατάταξης και ειδικά όσοι κατατάσσονται κατά τους χειμερινούς μήνες (Οκτώβριο-Μάρτιο).

10. Εργαζόμενοι σε χώρους παροχής υπηρεσιών υγείας (ιατρονοσηλευτικό προσωπικό και λοιποί εργαζόμενοι – σ.σ. εδώ ο ΠΟΥ σημειώνει ειδικά και όσους εργάζονται με παιδιά και ανθρώπους με αναπηρία)

11. Επαγγελματίες όπως κτηνίατροι πτηνοτρόφοι, χοιροτρόφοι, σφαγείς και γενικά άτομα που έρχονται σε συστηματική επαφή με πουλερικά.

Ναι, όλοι αυτοί. Όχι μόνο οι ηλικιωμένοι ή οι ασθενείς.

Σύμφωνα με υπεύθυνους και φαρμακοποιούς, οι ποσότητες που υπήρχαν κατά την περίοδο του αντιγριπικού εμβολιασμού αρκούσαν για την κάλυψη των ευπαθών ομάδων και για τις συνταγογραφήσεις. Γιατί μιλάμε καταρχήν γι’ αυτούς;

Όπως σημειώνεται στην εγκύκλιο του Υπουργείου Υγείας με τίτλο «Οδηγίες για την Εποχική Γρίπη 2018-2019 – Αντιγριπικός Εμβολιασμός», «παρά το γεγονός ύπαρξης αντιικών φαρμάκων για τη θεραπεία και την προφύλαξη της γρίπης, υπάρχουν διάφοροι περιορισμοί στη χρήση τους. Ο εμβολιασμός παραμένει μια προτεραιότητα, όταν το εμβόλιο θα είναι διαθέσιμο. Ο εμβολιασμός αναμένεται να μειώσει την επίπτωση μιας πανδημίας στον πληθυσμό, ιδιαίτερα δε στις ομάδες υψηλού κινδύνου, ελαττώνοντας τις επιπλοκές από τη νόσο, τις νοσηλείες και τη θνησιμότητα.

Δεδομένου ότι υπάρχει ενδεχόμενο οι ποσότητες του εμβολίου να είναι μικρές και η ζήτηση υψηλή, το εμβόλιο θα πρέπει να διατεθεί σε προκαθορισμένες ομάδες προτεραιότητας».

Στην ίδια εγκύκλιο σημειώνεται και η σημασία του εμβολιασμού των ευπαθών ομάδων με το εμβόλιο κατά του πνευμονιόκοκκου: «Ο εμβολιασμός των ευπαθών ομάδων του πληθυσμού κατά του πνευμονιόκοκκου, δεν ελαττώνει τη συχνότητα της πνευμονιοκοκκικής πνευμονίας, αλλά συντελεί σε ήπια κλινική εικόνα και επομένως μειώνεται η θνητότητα από την πνευμονία, ως επιπλοκής της γρίπης. Εκτιμάται ότι το εμβόλιο παρέχει προστασία σε περίπου 80% των εμβολιασθέντων και ότι η ανοσία διαρκεί περίπου 5 έτη…

Στις ενδείξεις του εμβολίου περιλαμβάνονται: ενήλικοι 65 ετών και άνω, άτομα με χρόνιο νόσημα όπως καρδιαγγειακά νοσήματα, πνευμονοπάθειες, διαβήτης, αλκοολισμός, κίρρωση ήπατος, άτομα με σπληνεκτομή, άτομα με λειτουργική ασπληνία (δρέπανο, μικροδρέπανο).

Προστασία

Η συστηματική οργάνωση του εμβολιασμού των ευπαθών ομάδων (ήδη στη περίοδο μεταξύ των πανδημιών) μπορεί να παίξει σημαντικό ρόλο στην προστασία του πληθυσμού από τις επιπλοκές της γρίπης σε ενδεχόμενο πανδημίας, ενώ ταυτόχρονα θα εφαρμοστεί προληπτικό πρόγραμμα που ούτως ή άλλως έχει  ενδειξη».

Το πρόβλημα, λοιπόν, είναι προφανές και καταμαρτυρείται τόσο από τα στοιχεία για τα καταγεγραμμένα περιστατικά, όσο κι από τις μαρτυρίες γιατρών: υπάρχουν ασθενείς που έπρεπε να εμβολιαστούν και δεν το έπραξαν και κάποιοι εξ αυτών σπεύδουν να εμβολιαστούν τώρα, ενώ έχει παρέλθει τυπικά η περίοδος εμβολιασμού. Αυτό δημιουργεί και το πρόβλημα έλλειψης που καταγράφεται αυτές τις μέρες. Δεν είναι ένα ζήτημα εφοδιασμού, είναι κάτι πολύ πολύ σημαντικότερο, είτε οι ασθενείς αυτοί δεν εμβολιάστηκαν από επιλογή ή αμέλεια είτε δεν εμβολιάστηκαν γιατί δεν λαμβάνουν την φροντίδα που πρέπει να λαμβάνουν από το σύστημα υγείας.

Εξάλλου κι επιλογή ή αμέλεια να είναι, εκ μέρους του ασθενή, αυτό φανερώνει ένα πρόβλημα εκπαίδευσης, ότι δεν έγινε σαφές ότι το εμβόλια δεν είναι κάτι που γίνεται όταν το θέλει κάποιος ή όταν ακούσουμε στις ειδήσεις πως υπάρχει έξαρση.

Ξαναδείτε την παραπάνω λίστα από την εγκύκλιο που καταγράφει ποιοι πρέπει να εμβολιαστούν κατά προτεραιότητα. Υπάρχουν δεκάδες μαρτυρίες σε όσους δημοσιογράφους έχουμε ασχοληθεί με το θέμα ανθρώπων που ανήκουν στις παραπάνω ομάδες και έλαβαν ξεπερασμένες οδηγίες από γιατρούς και φαρμακοποιούς, π.χ. δασκάλα αγγλικών στην πρωτοβάθμια εκπαίδευση που εκδήλωσε την επιθυμία να εμβολιαστεί έλαβε την απάντηση «είσαι νέα και υγιής, δεν χρειάζεται».

Ποιοι είναι οι λόγοι που υπάρχει κενό στην εμβολιαστική κάλυψη;

Το ζήτημα δεν μπορεί παρά να είναι πολυπαραγοντικό. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι είναι σε παγκόσμια άνοδο ο αριθμός των ανθρώπων που κινείται μεταξύ της αμφισβήτησης των επιταγών της συμβατικής (δηλαδή της μόνης τεκμηριωμένης) ιατρικής και της ολοκληρωτικής άρνησης τους.

Δεν είναι ένα ενιαίο φάσμα αυτό υπό την έννοια ότι δεν μπορεί κανείς να «τσουβαλιάσει» αυτόν που αμελεί τον εμβολιασμό με αυτόν που τον αρνείται. Ωστόσο στη χώρα μας φαίνεται πως το πρόβλημα οφείλεται περισσότερο σε ελλείψεις ή πλημμέλειες του συστήματος, παρά σε ιδεολογικοποιημένη άρνηση. Το αποτέλεσμα για την ανοσία του γενικού πληθυσμού είναι το ίδιο. Οι ευθύνες όμως για τις πλημμέλειες του συστήματος βαραίνουν την πολιτεία.

Αυτό δεν επισημαίνεται προκειμένου να γίνει ένα blame game και αντιπολίτευση, όπως διατείνεται κάθε φορά που ερωτάται ο κ. Πολάκης (στο σημείο αυτό να πούμε ότι ο υπουργός, Ανδρέας Ξανθός, αγνοείται οπότε αναγκαζόμαστε να περιοριστούμε στις δημόσιες δηλώσεις του αξιωματούχου που μιλάει δημόσια).

Ο λόγος που οι επισημάνσεις αυτές πρέπει να γίνουν είναι γιατί οι υπεύθυνοι βολεύονται, κατά πως φαίνεται, με την πολιτικοποίηση του θέματος προκειμένου να μην γίνει μια σοβαρή συζήτηση για το πώς θα είναι κάθε χρονιά καλύτερη από την προηγούμενη και για το πώς μπορεί η πολιτεία να κάνει καλύτερα τη δουλειά της. Σε περίπτωση που την ενδιαφέρει δηλαδή, ακόμη, να κάνει τη δουλειά της, αντί να αναλώνεται σε καυγάδες, παραπολιτική και υποθέσεις που άπτονται του δικαστικού ρεπορτάζ.