Ο Γιάννης Οικονομίδης, ο σκηνοθέτης του διεθνούς «Μικρού Ψαριού», παρά τα 47 του χρόνια και τις μόλις εννέα ταινίες του, εκ των οποίων οι τέσσερις μεγάλου μήκους, καταφέρνει να είναι το κεντρικό πρόσωπο στο 8ο Φεστιβάλ Πρωτοποριακού Κινηματογράφου και αποσπά αφιέρωμα προς τιμήν του από την Ταινιοθήκη της Ελλάδος.

Με μικρό ποσοτικά κινηματογραφικό έργο, αλλά σίγουρα πολύ «δυνατό» η Ταινιοθήκη της Ελλάδος πραγματοποιεί αφιέρωμα στον σκηνοθέτη Γιάννη Οικονομίδη, στα πλαίσια του 8ου Φεστιβάλ Πρωτοποριακού Κινηματογράφου. Ο ίδιος δηλώνει ιδιαίτερα συγκινημένος από αυτό. «Νιώθω πάρα πολύ μεγάλη τιμή και συγκίνηση, γιατί παρόλο που το έργο μου δεν είναι μεγάλο ποσοτικά, η Ταινιοθήκη αποφασίζει να μου κάνει αφιέρωμα. Και η Ταινιοθήκη δεν είναι οποιοδήποτε μέρος, είναι η Ταινιοθήκη της Ελλάδος».

Είναι οι ταινίες του σκηνοθέτη πρωτοποριακές; Ανήκουν στην κατηγορία αυτή; Ο ίδιος επισημαίνει ότι εξαρτάται από το τι θεωρεί ο καθένας ως πρωτοποριακό. «Αν θεωρήσουμε ότι είναι ταινίες που ανοίγουν νέους δρόμους και τολμούν καινούρια πράγματα, τότε ναι, πιστεύω ότι οι ταινίες μου υπήρξαν πρωτοποριακές». Παράλληλα, τονίζει ότι από εκεί και πέρα αυτό θα το κρίνουν άλλοι και «θα το δείξει η κινηματογραφική ιστορία».

Το «Μικρό Ψάρι», η τέταρτη μεγάλου μήκους ταινία του Γιάννη Οικονομίδη έκανε παγκόσμια πρεμιέρα στο 64ο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου Βερολίνου και εντυπωσίασε κοινό και κριτικούς, αν και δεν κατάφερε να αποσπάσει τελικά κάποιο βραβείο. Η ταινία παρουσιάζει την ιστορία του Στράτου, ενός άνδρα που ζει διπλή ζωή- το πρωί εργάζεται σε αρτοποιείο και το βράδυ εκτελεί συμβόλαια θανάτου- και τον τοποθετεί σε μια κοινωνία που έχει χάσει τις αξίες της, κυρίως τις ηθικές, και που όλα θυσιάζονται στο βωμό του χρήματος. Ο σκηνοθέτης θεωρεί ότι η οικονομική και η ηθική κρίση είναι δυο αλληλένδετα πράγματα. «Όταν μια κοινωνία αρχίζει και σαπίζει σε επίπεδο οικονομικό αρχίζει παράλληλα και η ηθική πτώση. Το όλο θέμα είναι στο πως θα αντιδράσει ο άνθρωπος στη δύσκολη στιγμή, αν θα αποκαλύψει το μεγαλείο του ή αν θα αποκαλύψει το τέρας που έχει μέσα του, αυτή είναι άλλωστε η ιστορία των ανθρώπινων κοινωνιών».

Η ταινία διακρίνεται για την σκοτεινή της ατμόσφαιρα, ωστόσο, στο τέλος αφήνει ένα αίσθημα αισιοδοξίας. Ο κεντρικός ήρωας, ο Στράτος, φτάνει στην προσωπική του κάθαρση και αποδίδει τη δική του δικαιοσύνη με σκοπό να προστατέψει τη μικρή Κατερίνα. Η κοινωνία της πτώσης των ηθικών αξιών απειλεί να «ρουφήξει» την αθωότητά της και ο Στράτος την προστατεύει. «Κάθε παιδί είναι μια αχτίδα φωτός. Θέλαμε ο θεατής να φύγει με ένα συναίσθημα ανάτασης από την ταινία, με μια όμορφη διάθεση, γιατί ακόμη και μέσα στις λάσπες μπορεί να ανθίσει ένα λουλούδι».

Οι ταινίες του Γιάννη Οικονομίδη, δεν είναι σκληρές, όπως τονίζει ο ίδιος, αλλά «μιλούν για τη σκληρότητα». Αυτό που επιδιώκει είναι να φωτίσει το σκοτάδι, «όπως κάθε καλλιτέχνης που έχει συνείδηση του εαυτού του και της τέχνης του», να ρίξει φως σε «καταστάσεις υπαρξιακές και συναισθηματικές τις οποίες πολύς κόσμος ίσως τις αγνοεί», ενώ πιστεύει ότι αυτό το σκοτάδι χαρακτηρίζει τον κάθε άνθρωπο, «υπάρχει σε κάθε ανθρώπινη ύπαρξη».

Απαντώντας στο γιατί επιλέγει τη συνεχή βωμολοχία, η οποία είναι και «μανιέρα» στις ταινίες του, ο ίδιος λέει ότι «μου αρέσει να το ακούω συνέχεια, επιδιώκω να βρω τη δική μου αγαλλίαση και ελπίζω να την βρίσκουν και άλλοι μαζί με μένα».

Τέλος, ο σκηνοθέτης δηλώνει απαισιόδοξος για το αν οι άνθρωποι θα βγουν νικητές από την πτώση αξιών της κοινωνίας μας. «Αυτό δείχνει η ιστορία μας και τα πεπραγμένα μας». Ωστόσο, αναγνωρίζει και την άλλη πλευρά. Το γεγονός ότι «εγώ δημιουργώ, κάνω πράγματα, υπάρχουν άνθρωποι που αγαπούν, κάνουν παιδιά, προσπαθούν να γίνουν καλύτεροι, δείχνει ότι υπάρχει ελπίδα, ότι η ζωή προχωράει. Είναι αυτή η αντίφαση πάντα. Ο αγώνας ανάμεσα στη φύση μας, η οποία είναι ικανή για το καλύτερο, αλλά και για το χειρότερο. Οπότε, είμαι και τα δυο, θα έλεγα».

Μαρία Πετροπούλου