Οι παραγωγοί, που ήταν φαν της ταινίας “V for Vendetta”απευθύνθηκαν στον σκηνοθέτη Τζέιμς ΜακΤίγκ. «Έχει αντίληψη του κινηματογράφου από το Α στο Ω, είτε μιλάμε για το πρόγραμμα των γυρισμάτων, τα οπτικά εφέ, είτε για την καθοδήγηση των ηθοποιών. Η συμπεριφορά του στο σετ καθησυχάζει τους πάντες, γιατί εμπνέει σιγουριά και ασφάλεια τόσο στο συνεργείο όσο και τους ηθοποιούς, γι’ αυτό και όλοι τον σέβονται τόσο πολύ», λέει ο παραγωγός Μαρκ Έβανς.
Ο ΜακΤίγκ δούλευε στο post-production της ταινίας “Ninja Assassin” όταν του έστειλαν το σενάριο. «Το να βρεις ένα καλό σενάριο είναι τόσο σπάνιο, όπως όταν ψάχνεις χρυσό, αλλά με τη συγκεκριμένη ιστορία δέθηκα αμέσως», λέει ο ΜακΤίγκ. «Στην πραγματικότητα, δεν έχουν γίνει πολλές ταινίες γύρω από τον Πόε. Οι ιστορίες του ναι, έχουν γυριστεί πολλές φορές, αλλά ποτέ καμία δεν αναμείγνυε στοιχεία από τα διηγήματά του με κομμάτια από την αληθινή του ζωή – γι’ αυτό και εδώ είναι σα να ρίχνεις ματιές στην προσωπική ζωή του συγγραφέα».

Όσο για τον ηθοποιό που θα ενσάρκωνε το πρωταγωνιστικό ρόλο; «Όταν ήμουν μικρότερος, ο Τζον Κιούζακ έπαιζε σε πολλές εφηβικές κωμωδίες», θυμάται ο Ράιντερ. «Το εκπληκτικό πάνω του όμως είναι πως δεν είναι μόνο συμπαθής και αρεστός στο κοινό, ότι μπορεί και παίζει τόσο καλά κωμωδία, αλλά ότι κάνει καταπληκτική δουλειά σε οποιοδήποτε είδος ταινίας – είτε είναι περιπέτειες όπως το “2012”, είτε θρίλερ σαν το “1408”: έχει απίστευτο ερμηνευτικό εύρος». Και ο ΜακΤίγκ συμπληρώνει: «Μου άρεσε ιδιαίτερα στην ταινία “The Grifters”. Υπήρχε μια σκοτεινότητα πάνω του, που δεν είχαμε ξαναδεί – κι αυτό ήταν ένα σημαντικό στοιχείο για την ερμηνεία του Πόε. Και ήξερα πως υπήρχε κι άλλο υλικό προς εξερεύνηση. Όταν συναντηθήκαμε με τον Τζον, του είπα: «Υπάρχει κάτι σκοτεινό πάνω σου που δεν έχει ξεδιπλωθεί ακόμα σε καμία από τις ταινίες που έχεις κάνει». Και νομίζω ότι αυτά τα λόγια μου τα εξέλαβε ως μια πρόκληση».

Ο Τζον Κιούζακ εξηγεί, «Ο Πόε ήταν μια πραγματική μεγαλοφυΐα, γεγονός εξαιρετικά σπάνιο. Ήταν τιμή για μένα να μπορέσω να ενσαρκώσω μια τόσο σημαντική προσωπικότητα». Ο ηθοποιός «έσκαψε» στη ζωή του συγγραφέα μαθαίνοντας όσο το δυνατόν περισσότερα όχι μόνο για τη δουλειά του αλλά και για τη ζωή και την προσωπικότητά του. Σύμφωνα με τον Άαρον Ράιντερ, «Ο Τζον ξέρει για τον Πόε περισσότερα απ’ όσα θα μπορούσα ποτέ να φανταστώ ότι γνωρίζει ένας άνθρωπος. Άλλαξε τη συμπεριφορά του, άλλαξε την εμφάνισή του».

Για τις ανάγκες της ταινίας ο Κιούζακ έχασε 12 κιλά, προκειμένου να δημιουργήσει το «στιλ Πόε». «Εκτός από την καταπληκτική ομοιότητα, ο Τζον έφερε πάθος, διανόηση και στοχαστικότητα στο ρόλο, και κατάφερε να εξερευνήσει τη σκοτεινή πλευρά του Πόε». Ένα σημαντικό επίσης στοιχείο ήταν η ικανότητα να αποδώσει τόσο τα θετικά χαρακτηριστικά του συγγραφέα, όσο και τα δυσάρεστα και ασταθή κομμάτια της προσωπικότητάς του – και να κινείται με άνεση μεταξύ τους, μέσα στην ίδια σκηνή. Όπως εξηγεί και ο σκηνοθέτης, «Ο Τζον ήξερε ακριβώς πότε να πατήσει στη μία πλευρά του χαρακτήρα και πότε να στηριχτεί στην άλλη. Μπορεί επίσης να αποδώσει στην εντέλεια και την παραμικρή διαφορά. Κατάλαβε ότι έπρεπε να είναι ταυτόχρονα συμπαθής και πονηρός». Ο Ράιντερ συμπληρώνει, «Ο Πόε ήταν για την εποχή του κάτι σαν ροκ σταρ, κάτι σαν τον Κιθ Ρίτσαρντς, που δεν μπορείς να ξεχωρίσεις τον καλλιτέχνη από τον τοξικομανή. Γι’ αυτό είχε κακές του συνήθειες, και συν τοις άλλοις ήταν πάντα πάμφτωχος. Υπάρχει όμως μια σπουδαία προσωπικότητα και ένα εκπληκτικό χάρισμα στον Πόε, που σε οδηγεί σε έναν καταπληκτικό πρωταγωνιστικό ρόλο. Και ο Τζον πραγματικά το διασκέδασε».

Ο Κιούζακ επίσης συνεργάστηκε πολύ καλά με έναν συμπρωταγωνιστή του, το ρακούν Καρλ. «Ένας από τους μύθους θέλει τον Πόε να πέθανε από λύσσα», λέει ο ΜακΤίγκ, εξ ου και η προσθήκη του ασυνήθιστου pet. «Επίσης αντισταθμίζει την ιστορική εικόνα του Πόε ότι ήταν τρομερά εγωιστής. Οι άνθρωποι που είναι εγωιστές συνήθως αντιπαθούν τα ζώα».