Η δημιουργία ενός μύθου: από το σενάριο στη μεγάλη οθόνη
Τη δεκαετία του ’40 το στούντιο της Ουόρνερ ξεκίνησε τη δημιουργία της Casablanca, στοχεύοντας σε μια μέση οικονομική παραγωγή, που θα απέφερε ικανοποιητικά στα ταμεία. Ακολουθήθηκε λοιπόν η στάνταρ διαδικασία των στούντιο για μια καλή επαγγελματική δουλειά, διανέμοντας προσεκτικά τις αρμοδιότητες στους κατάλληλους ανθρώπους. Τον πιο σημαντικό ρόλο όμως στην επιτυχία της ταινίας έπαιξαν ο παραγωγός, Χαλ Ουόλις, και ο σκηνοθέτης, Μάικλ Κερτίζ, που κατεύθυναν την πορεία της ταινίας με τέτοιο τρόπο που την οδήγησαν σε αυτό το εκπληκτικό αποτέλεσμα.
Γύρω στο 1941 το θεατρικό έργο των Μάρεϊ Μπάρνετ-Τζόαν Άλισον «Everybody Comes to Rick’s», που εκτυλισσόταν σε ένα κοσμοπολίτικο κλίμα στην κατεχόμενη Ευρώπη, κυκλοφορούσε στους κύκλους των χολιγουντιανών στούντιο, χωρίς να έχει εκδηλωθεί μεγάλο ενδιαφέρον για την αγορά του. Όμως, με την Αμερική να έχει μόλις μπει στον πόλεμο, το έργο απέκτησε ξαφνικά μεγαλύτερο νόημα και επικαιρότητα και οι Ουόρνερ το αγοράσανε.
Η πρώτη επιλογή του Ουόλις για σκηνοθέτη ήταν ο Ουίλιαμ Ουάιλερ. Όμως, αυτό τελικά δεν προχώρησε και τότε στράφηκε στον φίλο του, Μάικλ Κερτίζ. Ο Χαλ Ουόλις θυμάται: «Στη δεκαετία μεταξύ ΄30-’40 ο Κερτίζ σκηνοθέτησε 45 ομιλούσες ταινίες. Μπορεί να ήταν ένα συνονθύλευμα από μελοδράματα, ταινίες τρόμου, πειρατικές, γουέστερν και γκανγκστερικές… Αλλά όλες του οι ταινίες είχαν κάτι κοινό. Τις έφτιαχνε πάντα στην ώρα τους, σπάνια ξεπερνούσε το μπάτζετ και συνήθως πάντα έφερναν λεφτά στο ταμείο…». Ήταν λοιπόν ένας σκηνοθέτης που μπορούσες να βασιστείς πάνω του, ικανός και επιτυχημένος εμπορικά.
Τον Φεβρουάριο του 1942 ο Ουόλις συζήτησε το έργο με δύο από τους καλύτερους σεναριογράφους του στούντιο, τους αδελφούς Έπσταϊν. Αυτοί κατενθουσιάστηκαν: «Πιστέψαμε ότι το θεατρικό μπορούσε να γίνει μια υπέροχη ταινία. Είχε πολύ «ζουμί». Και λατρεύαμε τον χαρακτήρα που θα υποδυόταν ο Μπόγκαρτ» είπε ένα από τους αδελφούς. Οι Έπσταϊν ήταν γνωστοί για τον σπιρτόζο διάλογό τους. Κι άλλοι σεναριογράφοι δούλευαν παράλληλα για το σενάριο της Καζαμπλάνκα αλλά στους Έπσταϊν οφείλονται τα εξής σημαντικά στοιχεία:
-η μεταμόρφωση του χαρακτήρα διοικητής Ρενό, από έναν ποταπό γυναικά στον πανέξυπνο, πνευματώδη φίλο του Ρικ.
-η μεταμόρφωση του Ρικ από έναν πικρόχολο δικηγόρο σε έναν κυνικό άντρα, με απρόσμενα αποθέματα τρυφερότητας, δύναμης και ενδιαφέροντος για τον συνάνθρωπο.
-τα απολαυστικά πειράγματα που ανταλλάσσουν μεταξύ τους ο Ρικ και ο διοικητής Ρενό.
-οι σκηνές με τις οποίες ο Ρικ «συστήνεται» στο κοινό, ώστε να καταλάβουμε καλύτερα τον χαρακτήρα του
-το έξυπνο χιούμορ της ταινίας.
Καθώς οι Έπσταϊν παρέδωσαν στον Ουόλις το κομμάτι που είχαν ολοκληρώσει, ο παραγωγός στράφηκε και σε έναν άλλο σεναριογράφο, τον Χάουαρντ Κοτς, για να κάνει τις δικές του υποδείξεις. Ο Κοτς ήταν νεότερος, και πιο πολιτικοποιημένος (αργότερα, θα βρεθεί στη μαύρη λίστα του Μακάρθι). Έδωσε λοιπόν και τη δική του πρόταση για κάποια αλλαγή στο σενάριο:
«Υπάρχει κίνδυνος η θυσία του Ρικ στο τέλος να φανεί θεατρική και ψεύτικη, εκτός κι αν, νωρίς στην ιστορία, δείξουμε και την πλευρά του χαρακτήρα του που θα μπορούσε να οδηγήσει σε αυτή την τελική απόφαση.
Θα ήταν ενδιαφέρον λοιπόν να βάλουμε τον Ρενό να εισχωρήσει στον μυστήριο χαρακτήρα του Ρικ, όταν μαντεύει ότι ο κυνικός Αμερικανός είναι κατά βάθος, ένας αισθηματίας. Ο Ρικ γελά με την ιδέα και τότε ο Ρενό αναφέρει τα αποδεικτικά στοιχεία για τον ισχυρισμό του: πέρασε όπλα στην Αιθιοπία, πολέμησε στον πλευρό των Κυβερνητικών στον Ισπανικό Εμφύλιο. Ο Ρικ λέει ότι πληρώθηκε καλά και στις δύο περιπτώσεις. Ο Ρενό απαντά ότι θα μπορούσε να είχε πληρωθεί πολύ καλύτερα από την πλευρά που κέρδισε. Ο Ρικ αρνείται τον υπαινιγμό του Ρενό αλλά, σε όλη τη διάρκεια της ταινίας, βλέπουμε αποδείξεις για την ανθρωπιά του, την οποία κάνει ό, τι μπορεί για να την κρύψει».
Οι σοφές υποδείξεις του επικράτησαν και ο Κοτς έκανε εξαιρετική λεπτοδουλειά, προσθέτοντας πολλές λεπτομέρειες που εμπλούτισαν την ταινία, όπως το νεαρό ζευγάρι Βουλγάρων, που ο Ρικ βοηθάει κρυφά στη ρουλέτα, ενισχύοντας έτσι τον ηρωικό του χαρακτήρα.
Προς τα τέλη Μαΐου, το σενάριο ήταν σχεδόν έτοιμο για να ξεκινήσουν τα γυρίσματα. Αλλά ο Ουόλις ένιωθε ότι υπήρχαν ακόμα προβλήματα με τον χαρακτήρα της Ίλσα και το τέλος της ταινίας. Εκεί βοήθησε ένας ακόμα σεναριογράφος, ο Κέισι Ρόμπινσον, ο οποίος έδωσε και το δικό στίγμα, με τις παρακάτω παρατηρήσεις: «Η εντύπωσή μου εξακολουθεί να είναι ότι η Casablanca είναι ένα καλογυρισμένο μελόδραμα, με εξαιρετικό χιούμορ, αλλά η ιστορία αγάπης είναι ανεπαρκής. Θα έβαζα λοιπόν μια σκηνή, όπου η Ίλσα προσπαθεί να μάθει από τον Σαμ πού βρίσκεται ο Ρικ. Σκεφτείτε μια στιγμή τα γεγονότα της ερωτικής ιστορίας και θα καταλάβετε.
Το κορίτσι έχει μόνο ένα πράγμα στο μυαλό του, να βρει τον Ρικ και να του πει γιατί δεν πήγε ποτέ στο ραντεβού τους στο σταθμό του τρένου. Αφού τον αγαπά τόσο πολύ και υποψιάζεται ότι και αυτός την αγαπά ακόμα, πρέπει να το ξεκαθαρίσει αυτό. Δεν χρειάζεται να φανερώσει το κίνητρό της στον Σαμ, ούτε το κοινό θα πρέπει να το καταλάβει. Όμως, αυτή η υπόθεση λειτουργεί ως μια πολύ καλή κλιμάκωση στην ερωτική ιστορία, θα κεντρίσει το ενδιαφέρον του κοινού και θα κάνει τη συνάντηση ανάμεσα στην Ίλσα και τον Ρικ πολύ έντονη και αποτελεσματική». Οι παραπάνω υποδείξεις δεν υλοποιήθηκαν ακριβώς έτσι, αλλά πολλές παρόμοιες υποδείξεις του ακολουθήθηκαν και ο Ρόμπινσον συνέβαλλε ουσιαστικά στο σενάριο με τη δημιουργία έντονων συναντήσεων ανάμεσα στον Ρικ και στην Ίλσα.
Και άλλα πράγματα άλλαξαν οι σεναριογράφοι από το θεατρικό έργο, όπως αυτά που έχουν να κάνουν με την αντιμετώπιση των Γερμανών. Στο θεατρικό, ο Ρικ βοηθάει τον Βίκτωρ και την Ίλσα να δραπετεύσουν και στο τέλος συλλαμβάνεται από τους Γερμανούς. Με τον πόλεμο όμως να έχει ξεκινήσει και την ανάγκη οι ταινίες να εμψυχώνουν τους Συμμάχους και να ανυψώνουν το ηθικό, αποκλειόταν ένα τέλος που να δίνει έστω και μια μικρή νίκη στους Γερμανούς. Οπότε, στην ταινία, η αναμέτρηση μεταφέρθηκε από το κλαμπ στο αεροδρόμιο. Εκεί, ο Γερμανός στρατηγός πυροβολείται και ο Ρενό κάνει τα στραβά μάτια, υποστηρίζοντας φυσικά τον αγώνα της ελευθερίας.
Αλλά και για το τέλος της ταινίας υπήρχε το πρόβλημα πώς να κάνουν πιστευτή την αναχώρηση της Ίλσα και του Λάζλο. Σε αυτό το σημείο ο Ουόλις εξέφραζε την αγωνία του για την έκβαση του σεναρίου: «Ήταν πρακτικά αδύνατο να γράψουμε μια σκηνή ανάμεσα στους δύο, όπου ο Ρικ θα κατάφερνε να πείσει ικανοποιητικά την Ίλσα ότι πρέπει να τον αφήσει. Δεν υπήρχαν επιχειρήματα που να στέκουν επαρκώς για να την μετακινήσουν από την απόφασή της να παραμείνει…» Κάνοντας όμως το έξυπνο τέχνασμα να μετακινήσουν τη δράση στο αεροδρόμιο και να παρευρίσκεται εκεί και ο Λάζλο, πέτυχαν ώστε η Ίλσα να ξαφνιάζεται και να πείθεται από την αναγκαιότητα της άμεσης απόφασης.
Στον Ουόλις, τον πανέξυπνο παραγωγό, οφείλεται τέλος μια από τις πιο κλασικές ατάκες της ταινίας και του σινεμά γενικότερα: «Λούι, νομίζω ότι αυτή είναι η αρχή μιας υπέροχης φιλίας», που έβαλε τον Μπόγκαρτ να την ηχογραφήσει αργότερα στο στούντιο.
Το γράψιμο του σεναρίου συνεχίστηκε και στη διάρκεια των γυρισμάτων και μάλιστα το στούντιο θορυβήθηκε, γιατί θεώρησε ότι είχε ξεφύγει από κάθε έλεγχο. Ο Κερτίζ, σε γενικές γραμμές, σεβάστηκε τις επιθυμίες των παραγωγών αλλά υποστήριζε τις αλλαγές και έβαλε και αυτός το προσωπικό του στοιχείο: Ο Κερτίζ ήταν αυτός που έβαλε την Ίλσα να σπάζει ένα ποτήρι κρασί με το χέρι της, σε μια σκηνή έντασης στο Παρίσι. Επίσης, ήταν υπεύθυνος για τη σκηνή όπου το ζευγάρι οδηγεί στην εξοχή, χωρίς καμιά απολύτως ομιλία –μια σκηνή που είχε ανησυχήσει τον παραγωγό, παρέμεινε όμως στην κλασική πια ταινία.
Επίσης, επέτρεψε να γίνουν και κάποιες άλλες αλλαγές, όπως η ατάκα «Καλή σου τύχη», που άλλαξε κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων σε «Στην καλή σου τύχη, μικρή», ύστερα από πρόταση του ίδιου του Μπόγκαρτ.
Τέλος, ήταν υπεύθυνος για το γρήγορο και σφιχτό ρυθμό της ταινίας. Ο δυναμικός ρυθμός ήταν άλλωστε και το σήμα κατατεθέν του. Ο Κερτίζ με έξοχη σκηνοθετική οικονομία, παρέμενε σε συζητήσεις και πράξεις των χαρακτήρων μόνο όταν ήταν σημαντικές, αλλιώς προχωρούσε σε επόμενη σκηνή. Και πράγματι, βλέπουμε ότι η Casablanca είναι γυρισμένη με έναν συναρπαστικό ρυθμό, χωρίς τίποτα περιττό.
Casablanca
Ρομαντικό δράμα, B/W, ΗΠΑ, 1942, 102’
Σσκηνοθεσία: Michael Curtiz
Σενάριο: Julius J. Epstein, Philip G. Epstein, Howard Koch, από το θεατρικό των Murray Burnett -Joan Alison «Everybody Comes to Rick’s»
Παραγωγή: Hal B. Wallis, Jack L. Warner .
Φωτογραφια: Arthur Edeson
Μουσική: Max Steiner (βραβευμένος 3 φορές με Όσκαρ)
Πρωταγωνιστούν: Humphrey Bogart, Ingrid Bergman, Paul Henreid, Claude Rains, Sydney Greenstreet, Peter Lorre, Dooley Wilson
- Η Ευρώπη έχασε τον πόλεμο του Διαδικτύου, προειδοποιεί αξιωματούχος κυβερνοασφάλειας
- Σημαντικό βήμα για τη διαχείριση απορριμμάτων στο Νότιο Αιγαίο
- Το Κόπα Άφρικα… ξέχασε τον Ελ Κααμπί: Εκτός καλύτερης ενδεκάδας των ομίλων ο Μαροκινός (pic)
- Χριστοδουλίδης: Η Κύπρος αναλαμβάνει την προεδρία της Ευρωπαϊκής Ένωσης σε μια στιγμή βαθιάς αλλαγής
- Κλούνεϊ-Τραμπ: Μετωπική σύγκρουση για τη γαλλική υπηκοότητα – «Μέτριος τύπος»
- Κρήτη: Σφαγμένα δεκάδες ζώα του βρήκε κτηνοτρόφος στο Ηράκλειο – Συνελήφθησαν τρεις άνδρες
