Διευκρινήσεις για τον τρόπο φορολόγησης της υπεραξίας μετοχών παρείχε το υπουργείο Οικονομικών. Με εγκύκλιο που κοινοποίησε για τις διατάξεις του Ν. 3697/2008, το υπουργείο αποσαφηνίζει τα εξής:

  • Με τον Ν. 3697/2008 επιβάλλεται αυτοτελής φορολόγηση με συντελεστή 10% στα κέρδη που αποκτούν φυσικά πρόσωπα και επιχειρήσεις οποιασδήποτε μορφής που τηρούν βιβλία Α΄ ή Β΄ κατηγορίας του Κ.Β.Σ. ή αλλοδαπές επιχειρήσεις που δεν έχουν μόνιμη εγκατάσταση στην Ελλάδα, από την πώληση μετοχών εισηγμένων στο Χρηματιστήριο Αθηνών (Χ.Α.). Ο φόρος αφορά και τις μεγάλες επιχειρήσεις με βιβλία Γ΄ κατηγορίας, με ουσιαστικές διαφοροποιήσεις όμως ως προς την αποτύπωση κερδών και ζημιών στον ισολογισμό και τον προσδιορισμό του κόστους κτήσης των μετοχών.
  • Αρχικά, ο φόρος προβλεπόταν να επιβληθεί από την 1η Ιανουαρίου, μετατέθηκε όμως για την 1η Απριλίου. Έτσι, αν οι πωλούμενες μετοχές έχουν αποκτηθεί μέχρι και την 31 Μαρτίου 2009, κατά την πώλησή τους δεν επιβάλλεται ο φόρος υπεραξίας. Για τις μεταβιβάσεις των μετοχών αυτών οφείλεται φόρος 1,5 τοις χιλίοις επί της αξίας πωλήσεώς τους.
  • Σε περίπτωση που έχουν αποκτηθεί μετοχές της ίδιας εταιρείας πριν και μετά την 1.4.2009, θεωρείται ότι η πώλησή τους λαμβάνει χώρα με τη χρονολογική σειρά που αποκτήθηκαν. Κατά συνέπεια, μέχρι την εξάντληση των μετοχών που έχουν αποκτηθεί πριν την 1.4.2009 οφείλεται φόρος συναλλαγών (1,5 ?) και στη συνέχεια, για τις υπόλοιπες που αποκτώνται από τον ως άνω χρόνο και μετά, επιβάλλεται φόρος υπεραξίας (10%).
  • Όταν οι μετοχές έχουν αποκτηθεί από 1. 4.2009 και μετά από χαριστική αιτία, κληρονομιά κλπ. και στη συνέχεια πωλούνται, οφείλεται φόρος 10% επί της υπεραξίας που προκύπτει. Αντίθετα, δεν οφείλεται φόρος για τις λοιπές συναλλαγές επί μετοχών κατά τις οποίες δεν λαμβάνει χώρα πώληση (π.χ. μεταφορά μετοχών του ίδιου δικαιούχου από χειριστή σε χειριστή, σύσταση ενεχύρου επί μετοχών, δανεισμός μετοχών).
  • Για τον υπολογισμό της υπεραξίας, ως κόστος κτήσης των μετοχών λαμβάνεται η μέση τιμή απόκτησής τους. Για την υπεραξία που προκύπτει από τις μεταβιβαζόμενες χωρίς τη μεσολάβηση ‘χειριστή’ μετοχές που αποκτώνται από 1.4.2009 και μετά, οφείλεται φόρος υπεραξίας 10%.
  • Για τον υπολογισμό της υπεραξίας ως έσοδο λαμβάνεται αυτό που προκύπτει βάσει της τιμής κλεισίματος της μετοχής, εκτός αν δηλώνεται τιμή μεγαλύτερη, οπότε λαμβάνεται η δεύτερη. Ως κόστος απόκτησης λαμβάνεται αυτό που προκύπτει με βάση την τιμή κλεισίματος της μετοχής κατά την ημέρα αγοράς, αν η αγορά τους έγινε χωρίς τη μεσολάβηση χειριστή. Στην περίπτωση αυτή, ο δικαιούχος του εισοδήματος (φυσικό πρόσωπο ή επιχείρηση) έχει την υποχρέωση να καταβάλει ο ίδιος το ποσό του οφειλόμενου φόρου στην Ε.Χ.Α.Ε., η οποία στη συνέχεια θα τον αποδώσει στο δημόσιο.
  • Όταν από την πώληση μετοχών προκύπτει ζημία, αυτή συμψηφίζεται με τα κέρδη που προέκυψαν κατά το ίδιο έτος (ημερολογιακό). Για το λόγο αυτό, προβλέπεται, ότι ο πωλητής των μετοχών υποχρεούται να υποβάλει στην Εφορία που ανήκει ιδιαίτερη δήλωση επιστροφής φόρου εντός της αποκλειστικής προθεσμίας των τριών μηνών από τη λήξη κάθε έτους για τις συναλλαγές που πραγματοποιήθηκαν εντός αυτού, προκειμένου να του επιστραφεί ολόκληρο το ποσό του παρακρατηθέντος φόρου (όταν το τελικό αποτέλεσμα είναι ζημία) ή μέρος αυτού, κατά περίπτωση. Επομένως, αν η αίτηση υποβληθεί μετά την παρέλευση του τριμήνου, αυτή δεν λαμβάνεται υπόψη και δεν επιστρέφεται κανένα ποσό φόρου.
  • Η ΕΧΑΕ υποχρεούται να χορηγεί μέχρι το τέλος του μηνός Φεβρουαρίου βεβαίωση προς τους επενδυτές, στην οποία θα αναγράφεται το ποσό της υπεραξίας, καθώς και της ζημίας που προέκυψαν από την πώληση των μετοχών όλων των εταιρειών, το τελικό αποτέλεσμα, καθώς και το ποσό φόρου 10% που παρακρατήθηκε, προκειμένου στη συνέχεια ο φορολογούμενος να υποβάλει στη Δ.Ο.Υ. που ανήκει την πιο πάνω δήλωση και να ζητήσει την επιστροφή του φόρου που καταβλήθηκε επιπλέον.
  • Η εν λόγω βεβαίωση μπορεί να χρησιμοποιείται από τον φορολογούμενο για τις ανάγκες υποβολής της ετήσιας δήλωσης φορολογίας εισοδήματος (π.χ. για λόγους κάλυψης τεκμηρίων κλπ.). Για το σκοπό αυτό μπορεί να χρησιμοποιείται αντίγραφο, νόμιμα επικυρωμένο.
  • Η αυτοτελής φορολογία 10% ισχύει και κατά την πώληση εισηγμένων μετοχών που αποκτώνται μέσω προγραμμάτων stock options από μέλη διοικητικού συμβουλίου ημεδαπής ανώνυμης εταιρείας ή το προσωπικό, καθώς και από το προσωπικό ή στελέχη υποκαταστήματος αλλοδαπής εταιρείας που λειτουργεί στην Ελλάδα. Στην περίπτωση αυτή, για τον προσδιορισμό του κέρδους, ως τιμή κτήσης λαμβάνεται, η χρηματιστηριακή τιμή των μετοχών κατά το χρόνο χορήγησης του δικαιώματος.
  • Ο φόρος, που βαρύνει τον πωλητή των μετοχών, αποδίδεται από την «Ελληνικά Χρηματιστήρια» Α.Ε. εφάπαξ με δήλωση που υποβάλλεται στη Δ.Ο.Υ. ΦΑΕΕ Αθηνών, μέχρι το τέλος του πρώτου δεκαπενθημέρου μετά το κλείσιμο κάθε ημερολογιακού τριμήνου για τις πωλήσεις μετοχών που ενεργήθηκαν μέσα σε αυτό. Όταν ο πωλητής είναι κάτοικος χώρας με την οποία υπάρχει σύμβαση για την αποφυγή της διπλής φορολογίας, δεν επιβάλλεται φόρος υπεραξίας.
  • Η φορολόγηση της υπεραξίας αφορά και τις μεγάλες επιχειρήσεις οι οποίες τηρούν υποχρεωτικά ή προαιρετικά βιβλία Γ’ κατηγορίας του ΚΒΣ και πάντα για μετοχές που αποκτώνται από την 1η Απριλίου 2009 και μετά.
  • Για αυτές που θα αποκτηθούν μέχρι και την 31 Μαρτίου 2009, η υπεραξία απαλλάσσεται της φορολογίας με τις προϋποθέσεις που ορίζονται στις σχετικές διατάξεις του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος (εμφάνιση σε λογαριασμό ειδικού αποθεματικού κλπ.). Επί της αξίας των πωλουμένων αυτών μετοχών εξακολουθεί να ισχύει η επιβολή του φόρου 1,5 τοις χιλίοις.
  • Τα κέρδη από την πώληση των εισηγμένων στο Χ.Α. μετοχών εμφανίζονται σε λογαριασμό ειδικού αποθεματικού. Επειδή όμως οι ισολογισμοί των επιχειρήσεων και ιδιαίτερα των ανωνύμων εταιρειών, ΕΠΕ, δημόσιων επιχειρήσεων κλπ. πρέπει να απεικονίζουν την πραγματική εικόνα τους και περαιτέρω, επειδή η αποτίμηση των μετοχών που κατέχουν στο χαρτοφυλάκιό τους γίνεται με βάση τις διατάξεις του ΚΒΣ, που επηρεάζει στη συνέχεια το ύψος της υπεραξίας (κέρδος) που προκύπτει από την πώληση των μετοχών αυτών, με την εγκύκλιο του υπουργείου Οικονομικών γίνεται δεκτό, ότι στο λογαριασμό του ειδικού αποθεματικού που προβλέπει ο νόμος, πρέπει να εμφανίζονται τα πραγματικά κέρδη που αποκτούν οι επιχειρήσεις λαμβάνοντας υπόψη το πραγματικό κόστος απόκτησής τους και όχι τη μέση τιμή στην οποία αποκτήθηκαν.
  • Σε περίπτωση μεταγενέστερης διανομής ή κεφαλαιοποίησης του υπόψη αποθεματικού από ανώνυμη εταιρεία, ΕΠΕ, συνεταιρισμό κλπ. τα κέρδη φορολογούνται σύμφωνα με τις γενικές διατάξεις και από τον οφειλόμενο φόρο εκπίπτει ο φόρος 10% που ήδη καταβλήθηκε κατά την πώληση. Τυχόν ζημία που θα προκύψει μέσα στην ίδια διαχειριστική χρήση από πώληση εισηγμένων στο Χ.Α. μετοχών (που έχουν αγορασθεί από 1.4.2009 και μετά) δεν συμψηφίζεται με τα κέρδη από την ίδια αιτία.
  • Η ζημία που προκύπτει σε κάθε χρήση μεταφέρεται, προκειμένου να συμψηφισθεί, στο αφορολόγητο αποθεματικό της παραγράφου 1 του άρθρου 38 του Κ.Φ.Ε. στο οποίο εμφανίζονται κέρδη από την πώληση μετοχών που έχουν απαλλαγεί από το φόρο εισοδήματος, γιατί είχαν αποκτηθεί πριν από την 1.4.2009 και σε περίπτωση που αυτό δεν επαρκεί ή δεν υφίσταται, εμφανίζεται σε ειδικό λογαριασμό και δεν εκπίπτει από τα ακαθάριστα έσοδα της επιχείρησης. Το ποσό αυτό συμψηφίζεται με κέρδη που τυχόν θα προκύψουν στο μέλλον από πώληση μετοχών εισηγμένων στο Χ.Α..

Newsroom ΑΛΤΕΡ ΕΓΚΟ