Ήταν ακόμη μια φορά που ο Μάνος Χατζιδάκις είχε απίστευτη ευστοχία και διορατικότητα, όταν στα Ανώγεια, το 1979, «βάφτισε» «Λουδοβίκο των Ανωγείων» εκείνον το νεαρό που τραγουδούσε και συνόδευε το τραγούδι του με ένα μαντολίνο. Ποιο άλλο όνομα θα μπορούσε να αποδώσει αυτό τον ιδιόμορφο και ευαίσθητο συνδυασμό μεσαιωνικού τροβαδούρου και ορεσίβιου βιωματικού στοχαστή; Πώς θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν τα τραγούδια του; Πάνω από όλα, όμως, τι είναι αυτό που κάνει τους στίχους και τις μελωδίες του να διεισδύουν στις καρδιές και να ανασκαλεύουν -έτσι απλά- τις πιο ευαίσθητες χορδές όσων τον ακούν; Ερωτήσεις απλές. Οι απαντήσεις απλούστερες, αρκεί να έχεις μάτια να δεις και αφτιά να ακούσεις!
Αφορμή για το σημείωμα αυτό είναι η πρόσφατη επανέκδοση τριών παλαιότερων δίσκων του Λουδοβίκου. Πρόκειται για το «Μεϊντάνι» (1993), όπου συμπεριλαμβάνεται ένα από τα πιο γνωστά και αγαπημένα τραγούδια του («Ποιο το χρώμα της αγάπης»), τη «Χαρματούσα» (1995) και την «Πύλη της Αμμου» (1997), όπου συμμετέχουν ο Ν.Παπάζογλου, ο Σ.Μάλαμας, η Ν.Βενετσάνου, η Λ.Καλημέρη και η Κ.Σιαπάντα. Τι είναι, όμως, αυτό που δίνει στα τραγούδια του αυτό το μοναδικό χρώμα; Ο ίδιος σε συνεντεύξεις του επιμένει στο βιωματικό παράγοντα. Ας προσπαθήσουμε, λοιπόν, να ανιχνεύσουμε αυτό που κρύβεται πίσω από τον τροβαδούρο Λουδοβίκο.
Το να κάνεις τα πρώτα σου βήματα σε ένα χωριό καταστραμμένο από τον πόλεμο, με το χαμό των αγαπημένων προσώπων να στοιχειώνει όσους έχουν μείνει πίσω, μοιραία, σε σημαδεύει. Αν οι «κεραίες» σου είναι ευαίσθητες, δεν σε αφήνει ασυγκίνητο όλη αυτή η διαδικασία που μετατρέπει τον πόνο σε ενδοσκόπηση, σε φιλοσοφία, σε ποίηση… Αυτά κάπου μέσα σου αποθηκεύονται και περιμένουν την κατάλληλη στιγμή να βγουν στην επιφάνεια, τη φορά αυτή ως λόγος δικός σου. Η εποχή που σπούδαζε στην Αθήνα (ΑΣΟΕΕ) ήταν μια περίοδος έντονων δημιουργικών αναζητήσεων. Έπαιζε μουσική ερασιτεχνικά. Ωστόσο, το μεγάλο του πάθος ήταν η ζωγραφική και, όποτε κατάφερνε να συγκεντρώσει χρήματα, «χανόταν» στο Λονδίνο ή αλλού, επισκεπτόμενος μουσεία και εκθέσεις… Καταλυτική υπήρξε η επαφή με τον Χατζιδάκι, στα Ανώγεια, το 1979, ο οποίος τον κατεύθυνε προς τη μουσική. Τον παρότρυνε να εξακολουθήσει να ζωγραφίζει, όχι με πινέλα, αλλά με τις νότες και τις ιστορίες του…
Η συνέχεια έχει αποτυπωθεί μέσα από την παρουσία του στη δισκογραφία, αρχής γενομένης από τον «Σείριο», μα πάνω από όλα μέσα από τις μαγευτικές και ατμοσφαιρικές συναυλίες του. Όποιος, πάντως, επιμένει να αναλύσει τις μουσικές του, θα εντυπωσιαστεί από το πόσο ρεύματα όπως ο ιμπρεσιονισμός ή ο σουρεαλισμός «αναβλύζουν» από μέσα της – ακριβή «προίκα» από την ενασχόλησή του με τη ζωγραφική. Ο Λουδοβίκος έχει τη μοναδική ευαισθησία και ικανότητα να ανακαλύπτει τα μεγάλα μέσα στα μικρά! Να συνδιαλέγεται με στοιχεία που οι καθημερινοί άνθρωποι προσπερνούν και να τους αποδίδει το «φωτοστέφανο» που τους αξίζει.
Σε μουσικό επίπεδο, εμπνέεται από στοιχεία της κρητικής παραδοσιακής μουσικής, εντάσσοντάς τα σε ένα πλαίσιο folk μπαλάντας. Οι ιδιαίτερα φροντισμένες ενορχηστρώσεις αναδεικνύουν αυτή τη σχεδόν ψυχεδελική αισθαντικότητα, με τις μελωδίες να διαχέονται στα αιθέρια ηχοχρώματα των ακουστικών οργάνων και να εμπλουτίζουν την αίσθηση που αφήνουν πίσω τους οι μουσικές, οι στίχοι και οι μαγευτικές διηγήσεις του ίδιου. Όλα αυτά συνθέτουν τον απόλυτα προσωπικό και αναγνωρίσιμο ήχο του, ο οποίος είναι η συνισταμένη τόσο των βιωμάτων όσο και των αναζητήσεών του. Από εκεί και πέρα η επικοινωνία με τον ακροατή γίνεται με έναν τρόπο «υπόγειο», γιατί καθένας βρίσκει στη μουσική του Λουδοβίκου μια δικιά του σκέψη, ένα δικό του προβληματισμό, ένα δικό του όνειρο. Και, τις περισσότερες φορές, ενώνει τη φωνή του με αυτή του τραγουδιστή…