Συναντίληψη διαπίστωσαν ΗΠΑ και Γαλλία στο θέμα των πυρηνικών του Ιράν
Η υπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ Κοντολίζα Ράις και ο Γάλλος ομόλογός της Μπερνάρ Κουσνέρ συμφωνούν στην άσκηση πιέσεων προς την Τεχεράνη διά διπλωματικών οδών προκειμένου αυτή να εγκαταλείψει τις πυρηνικές της φιλοδοξίες. Οι δύο υπουργοί συναντήθηκαν στην Ουάσιγκτον.
Η υπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ Κοντολίζα Ράις και ο Γάλλος ομόλογός της Μπερνάρ Κουσνέρ συμφωνούν στην άσκηση πιέσεων προς την Τεχεράνη διά διπλωματικών οδών προκειμένου αυτή να εγκαταλείψει τις πυρηνικές της φιλοδοξίες. Οι δύο υπουργοί συναντήθηκαν στην Ουάσιγκτον.
Η Κοντολίζα Ράις τόνισε ξεκαθάρισε ότι οι ΗΠΑ προκρίνουν τη διπλωματία, επισημαίνοντας την ταύτιση απόψεων μεταξύ των δύο πλευρών.
«Ουσιαστικά δεν υπάρχουν διαφορές στον τρόπο που βλέπουμε την κατάσταση στο Ιράν και στο τι πρέπει να πράξει η διεθνής κοινότητα» είπε η Κ.Ράις.
Ωστόσο και οι δύο πλευρές συμφώνησαν ότι είναι απαραίτητο να επιβληθούν νέες κυρώσεις στο Ιράν.
Η αναφορά της Κοντολίζα Ράις για άσκηση διπλωματικών πιέσεων κατά του Ιράν αμβλύνει τις εντυπώσεις που είχε προκαλέσει προ ημερών ο Μπερνάρ Κουσνέρ ότι η διεθνής κοινότητα πρέπει να προετοιμαστεί ακόμη και για το ενδεχόμενο ενός πολέμου με το Ιράν εξαιτίας του πυρηνικού του προγράμματος.
Όπως τονίζουν παρατηρητές, η πιο σκληρή γραμμή της Γαλλίας που εκφράστηκε και με τις δηλώσεις του Μπ.Κουσνέρ για ενδεχόμενο πόλεμο (αργότερα διευκρίνισε ότι παρερμηνεύτηκαν), την έφερε τελικά πιο κοντά στις Ηνωμένες Πολιτείες.
Γαλλία και ΗΠΑ προετοιμάζουν το έδαφος για νέα απόφαση του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ για την επιβολή νέων κυρώσεων. Η υπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ διευκρίνισε ότι στο παρελθόν είχαν «παγώσει» κεφάλαια Ιρανών πολιτών και είχε απαγορευτεί η χορήγηση βίζας και ότι θα εξεταστούν παρόμοια ή πιο σκληρά μέτρα.
Για τον σκοπό αυτό, οι πολιτικοί διευθυντές των υπουργείων των χωρών που διαπραγματεύονται με το Ιράν (ΗΠΑ, Ρωσία, Γαλλία, Βρετανία, Γερμανία και Κίνα) συναντήθηκαν την Παρασκευή. Η Γαλλία έχει ήδη ζητήσει και από την ΕΕ να λάβει μέτρα κατά του Ιράν.
Η ελευθερία (αίσθημα αυτονομίας) ενισχύει την ευτυχία σε όλο τον κόσμο, αλλά μια εκτεταμένη διεθνής μελέτη δείχνει ότι προσφέρει ακόμη μεγαλύτερη χαρά σε πλουσιότερες χώρες,