Πριν από δύο χρόνια, χάρη στη βραβευμένη ταινία «Ο Επίμονος Κηπουρός», μάθαμε πώς οι φαρμακευτικές εταιρείες εκμεταλλεύονται την εξαθλίωση των κατοίκων της Αφρικής, χρησιμοποιώντας τους ως πειραματόζωα. Το «Ματωμένο Διαμάντι», που επίσης έφτασε μέχρι τα Όσκαρ, αναφέρεται σε μια άλλη πληγή της Μαύρης Ηπείρου, στο λαθρεμπόριο πολύτιμων λίθων και όλα όσα αυτό συνεπάγεται: Χρηματοδότηση εμφύλιων πολέμων, εκμετάλλευση ανθρώπων, διακίνηση όπλων, παραποίηση ντοκουμέντων που αναφέρουν τον τόπο προέλευσης, και τραστ διαμαντιών σε αγορές της Δύσης, που δημιουργούν τεχνητή έλλειψη, για να κρατούν υψηλές τις τιμές. Η διαφορά ανάμεσα στα δύο έργα έγκειται στο εξής: Ο «Κηπουρός» είχε τη φόρμα αστυνομικού θρίλερ. Στο «Blood Diamond» ο σκηνοθέτης του «Τελευταίου Σαμουράι» ντύνει με το μανδύα της εντυπωσιακής περιπέτειας το οδοιπορικό δύο αντρών σε μια χώρα που φλέγεται.
Βρισκόμαστε στη Σιέρα Λεόνε του 1999. Ο Σόλομον Βάντι, ντόπιος ψαράς που έχει χάσει την οικογένειά του κατά τη διάρκεια επιδρομής στο χωριό του, κατέχει ένα ροζ διαμάντι αμύθητης αξίας. Ο Ντάνι Aρτσερ, λαθρέμπορος πολύτιμων λίθων, χρειάζεται επειγόντως χρήματα για να φύγει από τη χώρα. Μαθαίνοντας την ύπαρξη του σπάνιου λίθου, προσεγγίζει τον Σόλομον, λέγοντάς του ότι έχει διασυνδέσεις και θα τον βοηθήσει να βρει τη γυναίκα του και τα παιδιά του. Σε αντάλλαγμα εκείνος οφείλει να τον οδηγήσει εκεί όπου βρίσκεται κρυμμένο το διαμάντι.
Αν και φαν της καταιγιστικής δράσης, ο Ζουίκ δεν αποφεύγει την καταγγελία. Εισάγοντας στην υπόθεση το χαρακτήρα μιας δημοσιογράφου, αποκαλύπτει ένα κύκλωμα στο οποίο εμπλέκονται εκκολαπτόμενοι δικτάτορες, λαθρέμποροι, ιδιωτικοί στρατοί και δυτικοί οίκοι που εμπορεύονται πολύτιμους λίθους. Στη Σιέρα Λεόνε της ταινίας οι αντάρτες επιδίδονται σε πρωτοφανείς φρικαλεότητες. Λεηλατούν, σκοτώνουν, βιάζουν τις γυναίκες και συλλαμβάνουν τους άρρενες όλων των ηλικιών. Τους μεν άντρες τους εξαναγκάζουν να αναζητούν διαμάντια, τα δε παιδιά τα υποβάλλουν σε πλύση εγκεφάλου και τα μετατρέπουν σε ανήλικους φονιάδες. Την ίδια στιγμή, στη Δύση η (φανταστική) εταιρεία Βαν ντε Καπ εμπορεύεται «ματωμένα διαμάντια», κρύβοντας την προέλευσή τους. Ήταν ένα στοιχείο του σεναρίου που προκάλεσε την οργή του Οίκου Ντε Μπέερ, καθώς η εταιρεία θεώρησε ότι σκιαγραφείται ως αποδέκτης τέτοιων πετραδιών. Το δραματικό στοιχείο δεν λείπει από το έργο, όπως δεν λείπουν και τα κλισέ στην ανάπτυξη και στις σχέσεις των χαρακτήρων. Όμως, οι καλογυρισμένες σκηνές συγκρούσεων και προπάντων οι ερμηνείες κλάσεως (ιδίως των Ντι Κάπριο και Χουνσού, που ήταν υποψήφιοι για Όσκαρ) κρατούν τον πήχη ψηλά σε όλη τη διάρκεια του φιλμ.
Σε ό,τι αφορά το οπτικοακουστικό μέρος, η μεταφορά του πρωτοτύπου σε ψηφιακή μορφή έχει ακολουθήσει τη στάνταρτ διαδικασία για την κατασκευή ενός DVD. Η αναμορφική εικόνα δείχνει να προέρχεται από συμβατική μήτρα και όχι από master υψηλής ευκρίνειας (ικανοποιητική ανάλυση και απόδοση του βάθους). Το υψηλό bit rate, ωστόσο, κάνει τα πλάνα να δείχνουν ζωντανά και τα τοπία της Αφρικής να προβάλλουν μεγαλοπρεπή (φωτογραφία του Εντουάρντο Σέρα). Ο ήχος είναι αρκούντως εντυπωσιακός. Η εξακάναλη μπάντα έχει σχεδιαστεί έτσι ώστε να ικανοποιεί το κοινό της περιπέτειας, με πολλά εφέ, χαμηλές συχνότητες και με τα ελικόπτερα να… κόβουν βόλτες σε όλα τα κανάλια, στις σκηνές της επέμβασης του στρατού.
Ο δίσκος με τα έξτρα δεν έφτασε εγκαίρως στα χέρια μας. Όμως, δεδομένου ότι η Warner δεν διαφοροποιεί τις εκδόσεις της, προβλέπεται να έχει όλο το βασικό πρόσθετο υλικό της αμερικανικής κυκλοφορίας. Δηλαδή το εξαιρετικά ενδιαφέρον ντοκιμαντέρ του Σόριους Σαμούρα, με θέμα τον εμφύλιο στη Σιέρα Λεόνε και τις συνέπειές του, καθώς και τρία φιλμάκια που αναφέρονται τόσο στους πρωταγωνιστές όσο και στις προσπάθειες τεχνικών και συμβούλων της παραγωγής, ώστε να αποδοθεί όσο το δυνατόν πιο πιστά και ρεαλιστικά η πολιορκία της Freetown.