38

Σοβαρά προβλήματα στα ηλεκτρονικά «αρχεία καταζητουμένων», στα οποία η ΕΛ.ΑΣ. καταχωρίζει διωκτικά έγγραφα των δικαστικών ή εισαγγελικών αρχών, διαπίστωσε ο Συνήγορος του Πολίτη και με έγγραφό του ενημέρωσε τα υπουργεία Δικαιοσύνης και Δημόσιας Τάξης.

Το ζήτημα, όπως αναφέρει η Αρχή, «έχει προσλάβει ευρείες διαστάσεις μετά την ανάληψη, από την ΕΛ.ΑΣ., της αρμοδιότητας για έκδοση διαβατηρίων, καθόσον οι έλεγχοι για τυχόν καταχωρίσεις στα αρχεία διενεργούνται πλέον σε καθημερινή βάση και για σχεδόν όλο τον πληθυσμό, με αποτέλεσμα τον πολλαπλασιασμό των κρουσμάτων σύλληψης και κράτησης λόγω εσφαλμένης εγγραφής».

Υπόψη του Συνηγόρου έχουν τεθεί περιπτώσεις κράτησης ατόμων εξαιτίας εσφαλμένης εγγραφής, όπως σύλληψη λόγω συνωνυμίας και ελλιπούς εγγραφής στοιχείων του πραγματικού καταζητούμενου, άρνηση των αστυνομικών αρχών να κρίνουν αυτοδυνάμως ακόμη και αντιρρήσεις περί οφθαλμοφανούς έλλειψης ταυτοπροσωπείας, κράτηση σε τριήμερο αργίας λόγω αδυναμίας επικοινωνίας με εισαγγελική αρχή προς διερεύνηση των αντιρρήσεων του συλληφθέντος, ρητή άρνηση του εισαγγελέως υπηρεσίας να επιληφθεί των αντιρρήσεων του συλληφθέντος εκτός του συνήθους ωραρίου ή σε ημέρα αργίας, κράτηση για ασήμαντη χρηματική ποινή, επιβληθείσα ερήμην, της οποίας η εξαγορά είναι αδύνατη λόγω αργιών, κλπ.

Έπειτα από αναλυτική εξέταση του νομικού καθεστώτος που διέπει τα «αρχεία καταζητουμένων», ο Συνήγορος του Πολίτη προτείνει:

– Μέχρις ότου τα αρχεία εκκαθαρισθούν πλήρως από διωκτικά έγγραφα, στα οποία δεν έχουν συμπληρωθεί όλα τα προβλεπόμενα πεδία, η αμφισβήτηση της ταυτοπροσωπείας μεταξύ του συλλαμβανόμενου και εγγεγραμμένου θα πρέπει να επιλύεται με αναγνώριση ακυρότητας των ελλιπών στοιχείων.

– Σε περιπτώσεις, όπου ο συλληφθείς παραδέχεται την ταυτοπροσωπεία, αλλά αγνοούσε την καταδίκη και πάντως δηλώνει πρόθυμος να καταβάλει το ποσό μετατροπής ή τη χρηματική ποινή, οι αστυνομικές αρχές θα πρέπει ομοίως να του επιτρέπουν να αποχωρήσει, κρατώντας τα στοιχεία του και τάσσοντάς του εύλογη προθεσμία προκειμένου να διευθετήσει την αποπληρωμή.

– Θα πρέπει να προβλεφθούν εξαιρέσεις για τις περιπτώσεις, όπου είτε η σοβαρότητα του αδικήματος και το ύψος της ποινής επιτάσσουν αυξημένη εγρήγορση υπέρ της δημόσιας ασφάλειας, είτε τυχόν εξατομικευμένες υπόνοιες διαφυγής δικαιολογούν τη μη επίδειξη ανάλογης εμπιστοσύνης.

Newsroom ΑΛΤΕΡ ΕΓΚΟ,ΑΠΕ-ΜΠΕ