43

Τέσσερα χρόνια συμπληρώνονται την Κυριακή του Πάσχα από την εισβολή των αμερικανικών δυνάμεων στη Βαγδάτη και παρά τις μεγάλες αλλαγές που έχουν επέλθει σε πολιτικό επίπεδο, όπως η πτώση του καθεστώς Χουσεΐν και ο απαγχονισμός του πρώην Ιρακινού ηγέτη, σε επιχειρησιακό επίπεδο όλα τα μέρη εξακολουθούν να υφίστανται καθημερινά μεγάλες απώλειες σε ανθρώπινες ζωές.

Τα αμερικανικά στρατεύματα εισέβαλαν στο Ιράκ τον Μάρτιο του 2003 και στην Βαγδάτη στις 9 Απριλίου της ίδιας χρονιάς.

Ο συνολικός αριθμός των νεκρών των τελευταίων τεσσάρων ετών είναι δύσκολο να προσδιοριστεί. Σύμφωνα με την ιστοσελίδα στο διαδίκτυο της Iraq Body Count, από το 2003 σκοτώθηκαν 60.674 άμαχοι και τουλάχιστον 3.263 Αμερικανοί, 140 Βρετανοί και 124 στρατιώτες της συμμαχίας.

Σύμφωνα με την Υπάτη Αρμοστεία του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες, περίπου 2 εκατομμύρια άτομα εγκατέλειψαν το Ιράκ και 1,8 εκατομμύριο εγκαταστάθηκαν σε άλλες περιοχές στο εσωτερικό της χώρας, το ένα τρίτο του πληθυσμού της οποίας ζει κάτω από το όριο της φτώχειας.

Tην πρώτη εβδομάδα του Μαΐου θα πραγματοποιηθεί στο Κάιρο Υπουργική Σύνοδος στην οποία θα συμμετάσχουν το Ιράκ, οι γείτονές του και διεθνείς δυνάμεις, σε συνέχεια της διεθνούς διάσκεψης που πραγματοποιήθηκε το Μάρτιο στη Βαγδάτη για τη σταθεροποίηση της κατάστασης στο Ιράκ.

Λιγότεροι οι νεκροί στο Ραμάντι

Όπως ανακοίνωσε ο αμερικανικός στρατός το Μ.Σάββατο, οι νεκροί από την έκρηξη παγιδευμένου βυτιοφόρου στην πόλη Ραμάντι του δυτικού Ιράκ τελικώς ανέρχονται σε 12, ενώ άλλος ένας στρατιώτης σκοτώθηκε στη Βαγδάτη όταν εξερράγη εκρηκτικός μηχανισμός.

Όσον αφορά στην έκρηξη στο Ραμάντι, στη διάρκεια της νύχτας δόθηκαν διάφοροι απολογισμοί για τον αριθμό των θυμάτων, ενώ οι πρώτες πληροφορίες έκαναν λόγο για περισσότερους από 25 νεκρούς.

Το βυτιοφόρο μετέφερε χλώριο και, όπως υποστηρίζουν Αμερικανοί διοικητές και η ιρακινή αστυνομία, πίσω από τις επιθέσεις βρίσκονται μαχητές που σχετίζονται με την Αλ Κάιντα.

Την ίδια ώρα, ο πρωθυπουργός του Ιράκ Νούρι αλ-Μαλίκι ζητά εξηγήσεις από την πολυεθνική δύναμη σχετικά με την επιδρομή που πραγματοποίησαν Βρετανοί στρατιώτες στις 4 Μαρτίου σε ένα γραφείο πληροφοριών της ιρακινής κυβέρνησης.

«Καλούμε την πολυεθνική δύναμη να ζητήσει συγγνώμη από το λαό του Ιράκ και ιδιαίτερα από τους κατοίκους της Βασόρας καθώς και από το υπουργείο Εσωτερικών» τονίζεται στην ανακοίνωση που εξέδωσε το πρωθυπουργικό γραφείο.

Ο πρωθυπουργός του Ιράκ είχε διατάξει έρευνα για την υπόθεση αυτή και, σύμφωνα με την ανακοίνωση, αποδείχτηκε πως «η πολυεθνική δύναμη έδρασε αντίθετα με τις οδηγίες που είχε δώσει Ιρακινός δικαστής, υπερέβη τα όρια (…) και διέπραξε σοβαρό σφάλμα».

Η επιτροπή που είχε αναλάβει την έρευνα συστήνει επίσης στην πολυεθνική δύναμη «να παραδεχτεί ότι υπερέβαλε των αρμοδιοτήτων της (…) και να υποσχεθεί πως δεν θα συλλαμβάνει στρατιώτες ή αστυνομικούς χωρίς δικαστική εντολή και δεν θα εισβάλει στα κυβερνητικά κτήρια».

Η βρετανική πλευρά υποστηρίζει πάντως ότι στις 4 Μαρτίου οι «συμμαχικές δυνάμεις» πραγματοποίησαν έρευνα στην έδρα της υπηρεσίας πληροφοριών του υπουργείου Εσωτερικών στη Βασόρα, απελευθέρωσαν 37 κρατούμενους και συνέλαβαν πέντε άτομα που θεωρούνται ύποπτα για τρομοκρατικές ενέργειες.

Έκκληση προς Μπους

Έκκληση προς τον πρόεδρο των ΗΠΑ Τζορτζ Μπους «να τελειώσει επιτέλους αυτή την τρέλλα» απηύθυνε τη Μ.Παρασκευή η Σίντι Σίχαν, στέλεχος του αντιπολεμικού κινήματος στις ΗΠΑ, κατηγορώντας παράλληλα το Δημοκρατικό κόμμα ότι «προδίδει» τους υποστηρικτές του αντιπολεμικού κινήματος που το ψήφισαν τον περασμένο Νοέμβριο.

«Το μήνυμά μας είναι: σήμερα είναι Μεγάλη Παρασκευή, όταν ο Ιησούς σκοτώθηκε. Αναστήθηκε την Κυριακή, ήλθε ξανά στη ζωή. Αλλά οι αγαπημένοι μας δεν θα επιστρέψουν» από το Ιράκ, είπε στους δημοσιογράφους η Σίχαν, της οποίας ο γιος σκοτώθηκε στο Ιράκ το 2004.

Newsroom ΑΛΤΕΡ ΕΓΚΟ,ΑΠΕ/Reuters/Γαλλικό