71

Τις προτάσεις νόμων που είχαν κατατεθεί από το ΚΚΕ, το Συνασπισμό και τους δύο ανεξάρτητους βουλευτές Στέφανο Μάνο και Ανδρέα Ανδριανόπουλο για τις σχέσεις Κράτους – Εκκλησίας απέρριψε την Τετάρτη η υπουργός Παιδείας Μαριέττα Γιαννάκου.

Ταυτόχρονα, η κ. Γιαννάκου επισήμανε την ανάγκη να διατηρηθούν ήπιοι τόνοι και να μην υπάρχουν αντεγκλήσεις στα θέματα που αφορούν στις σχέσεις Πολιτείας – Εκκλησίας, ώστε να αποκλειστεί η πυροδότηση κλίματος φανατισμού. «Αν θέλουμε να έχουμε πιο καλές σχέσεις με την Εκκλησία, θα πρέπει να κατέβουν οι τόνοι. Διαφορετικά, δεν θα μπορούμε να προχωρήσουμε, ώστε, μέσα από το διάλογο, να αποσαφηνίσουμε θέματα που χρειάζεται να επαναπροσδιοριστούν» τόνισε.

Απορρίπτοντας τις σχετικές προτάσεις νόμων, η κ. Γιαννάκου είπε επίσης ότι οι ρόλοι Εκκλησίας και Κράτους είναι διακριτοί. Στο θέμα της θρησκευτικής ελευθερίας, που τέθηκε από βουλευτές της αντιπολίτευσης, η υπουργός Παιδείας επισήμανε ότι το υπουργείο έχει ικανοποιήσει πάσης φύσεως αιτήματα που αφορούν στη θρησκευτική αντίληψη.

Στο σημείο μάλιστα αυτό, η υπουργός Παιδείας ανέφερε ότι εξετάζεται η δημιουργία τζαμιού στην Αθήνα, λέγοντας χαρακτηριστικά: «Εξετάζεται το ζήτημα αυτό σε σχέση με τα αστικά κέντρα και συγκεκριμένα στην Αθήνα. Πρέπει να βρεθεί ο κατάλληλος χώρος, που δεν θα δημιουργεί παράλληλα αντιδράσεις και ζητήματα φανατισμού».

«Το υπουργείο Παιδείας αναγνωρίζει το αίτημα που υπάρχει από πολλούς μουσουλμάνους ως δίκαιο και σωστό, αλλά δεν θέλει να οξύνει τα πράγματα στο θέμα αυτό. Χρειάζεται να γίνει συγκεκριμένη προσέγγιση» συμπλήρωσε.

Στο θέμα της δημιουργίας Καθολικής Εκκλησίας, η κ. Γιαννάκου υπογράμμισε ότι καθυστέρησε, γιατί υπήρχε πρόβλημα με το Βατικανό, που ζητούσε να μην υπακούει στο ελληνικό Σύνταγμα. Είπε επίσης ότι είναι έτοιμη η απόφαση για τη σύσταση επιτροπής, η οποία θα καθορίσει το νομικό καθεστώς της Καθολικής Εκκλησίας.

«Το νομικό καθεστώς είναι ασαφές σε πολλές χώρες του κόσμου, όπου αναγνωρίζεται η πρωτοκαθεδρία του Βατικανού. Εμείς είμαστε κατηγορηματικοί ότι η Καθολική Εκκλησία πρέπει να υπάγεται στο νομικό καθεστώς της Ελλάδας» τόνισε.

Η υπουργός Παιδείας εξέφρασε επίσης την έντονη αντίθεση της στην κατάργηση του μαθήματος των Θρησκευτικών, επισημαίνοντας ότι η Ελλάδα είναι από τις ελάχιστες χώρες στην Ευρώπη, όπου η διδασκαλία των Θρησκευτικών δεν επηρεάζεται από την Εκκλησία και δεν υπάρχει ευθεία εμπλοκή της.

«Η Αρχή Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων, με την οποία έχουμε συνεργασία, μας διαβεβαίωσε ότι καμία άρνηση παιδιού δεν υπάρχει που να μην θέλει να κάνει Θρησκευτικά. Σε μια περίοδο όπου υπάρχει τέτοιος μουσουλμανικός φανατισμός, προτιμώ τα Θρησκευτικά να είναι μια χαρούμενη ώρα για το παιδί στο σχολείο, από το να το εγκαταλειφθεί η διδασκαλία τους στα χέρια φανατικών επιτηδείων και σε χώρους που δεν γνωρίζω» είπε χαρακτηριστικά.

Και προσέθεσε: «Για λόγους δημοκρατικής σκοπιμότητας, πρέπει στο χώρο της Παιδείας να βρίσκονται τα θέματα αυτά και όχι στη διάθεση άλλων. Δεν πρέπει εμείς να δημιουργήσουμε προϋποθέσεις φανατισμών και να πληγεί η αξιοπιστία του κράτους».

Τέλος, η υπουργός Παιδείας έκανε γνωστό ότι το υπουργείο ΠΕΧΩΔΕ θα φέρει νομοσχέδιο σχετικά με την πολεοδομία των ναών, ώστε να ελεγχθεί η υπόθεση αυτή.

Οι θέσεις της αντιπολίτευσης

Ο εισηγητής του ΚΚΕ, Αντώνης Σκυλλάκος, υπεραμυνόμενος της πρότασης του κόμματος του, υποστήριξε ότι «υπάρχει διαπλοκή ανάμεσα στα κόμματα της κυβερνητικής εξουσίας και την ηγεσία της Εκκλησίας και έτσι η Εκκλησία απέκτησε κοσμική πολιτική και οικονομική ισχύ».

Ο εισηγητής του ΣΥΝ, Φώτης Κουβέλης, επισήμανε την ανάγκη επαναπροσδιορισμού των σχέσεων Εκκλησίας – Κράτους εν όψει της αναθεώρησης του Συντάγματος, ώστε, όπως είπε, να επέλθει ο αμοιβαίος σεβασμός.

Έμφαση έδωσε και στην πρόταση του κόμματός του να καταργηθεί η ρύθμιση που απαλλάσσει φορολογικά τις θρησκευτικές ενώσεις ή τα εισοδήματα εκκλησιών ή μοναστηριών που προέρχονται από εμπορικές δραστηριότητες και εκμετάλλευση ακινήτων.

Ο ανεξάρτητος βουλευτής Στέφανος Μάνος σχολίασε ότι η πρότασή του «θα μπορούσε να προχωρήσει, αν υπήρχε μια κυβέρνηση ικανή να διαλεχθεί».

Από την πλευρά του ΠΑΣΟΚ, τόσο η Μαρία Δαμανάκη όσο και ο Ανδρέας Λοβέρδος, καθώς και η Συλβάνα Ράπτη και ο Μάρκος Μπόλαρης, τάχθηκαν κατά των τριών προτάσεων νόμων, υποστηρίζοντας ότι πρέπει να προηγηθεί ένας μακρύς διάλογος και διαβούλευση με την ελληνική κοινωνία για το διαχωρισμό Κράτους – Εκκλησίας, εν όψει της αναθεώρησης του Συντάγματος.

«Το ΠΑΣΟΚ έχει προτάξει ως βασικό στόχο να ανοίξει μια μεγάλη συζήτηση για τα θέματα αυτά που αφορούν στη διάκριση των ρόλων Εκκλησίας – Κράτους, τα οποία πρέπει να ρυθμιστούν εν όψει της αναθεώρησης του Συντάγματος. Αυτή η συζήτηση πρέπει να προηγηθεί, γι αυτό το ΠΑΣΟΚ δεν ψηφίζει τις προτάσεις αυτές» υπογράμμισε η κ. Δαμανάκη.

Διευκρίνισε ωστόσο: «Η συζήτηση που άνοιξε όμως, είναι θετική, συμβάλλει στην αναβάθμιση της πολιτικής ζωής του τόπου και εκφράζει ένα ρεύμα που υπάρχει ήδη στην κοινωνία. Παρόλο λοιπόν, που θεωρούμε θετική την πρωτοβουλία αυτή, πιστεύουμε ότι χρειάζεται μεγαλύτερη διαβούλευση. Για το λόγο αυτό, το ΠΑΣΟΚ σκοπεύει να καταθέσει πρόταση νόμου, που θα περιλαμβάνει τα ζητήματα άμεσης διευθέτησης και συνδέονται όχι με τις σχέσεις Εκκλησίας – Κράτους, αλλά με τη θρησκευτική ελευθερία».

Τέλος, η κ. Δαμανάκη, σχολιάζοντας δημοσιεύματα που αναφέρονται σε προσπάθεια του ΠΑΣΟΚ να βάλει στην άκρη τις παραδόσεις, τόνισε ότι «είναι εκ του πονηρού και εξυπηρετούν ορισμένους κύκλους, που θέλουν να χειραγωγούν στο όνομα εξυπηρέτησης κύκλων της Εκκλησίας».

«Είναι απαράδεκτο να ενοχοποιούνται οι απόψεις κάποιου. Εμείς, τις θεωρούμε ως προτάσεις που διέπονται από πεποιθήσεις για να προχωρήσει ο διάλογος» σχολίασε από την πλευρά της η κ. Γιαννάκου.


Newsroom ΑΛΤΕΡ ΕΓΚΟ,ΑΠΕ