Προτού κοπάσει ο ντόρος από την επιτυχία του «Ταξιτζή», ο Μάρτιν Σκορτσέζε κλήθηκε να σκηνοθετήσει μια κομεντί γραμμένη για τη Στρέιζαντ και τον Ράιαν Ο’Νιλ. Ως βραβευμένος και πολλά υποσχόμενος δημιουργός, έβαλε δικούς του όρους. Απέρριψε τους δύο σταρ. Κάλεσε τη Μινέλι, τοποθέτησε δίπλα της τον Ντε Νίρο και χρησιμοποίησε το στόρι (η ερωτική σχέση ενός ζεύγους καλλιτεχνών) για να φτιάξει μια ταινία-φόρο τιμής στα παλιά μουσικά φιλμ και στις μεγάλες μπάντες. Στο μυαλό του είχε ένα «επεξεργασμένο» μιούζικαλ, δηλαδή μια κατασκευή με όλα τα κλασικά στοιχεία του είδους (τραγούδια, ρομάντζο και εκθαμβωτικά μουσικοχορευτικά νούμερα), αλλά χωρίς γλυκανάλατη οπτική. Έτσι, έστησε τεράστιους σκηνικούς χώρους, κινηματογράφησε εκπληκτικής ακρίβειας σκηνές πλήθους, έδωσε κατευθύνσεις στους δύο πρωταγωνιστές και τους άφησε να αυτοσχεδιάζουν. Το όραμα όμως κατέρρευσε. Οι ατυχίες στα γυρίσματα ήταν απανωτές: παραιτήσεις, αιφνίδιοι θάνατοι βασικών συντελεστών, υπέρβαση του προϋπολογισμού. Το στούντιο δεν δέχτηκε ούτε την πρώτη βερσιόν (τεσσεράμισι ώρες) ούτε το τελικό μοντάζ (160 λεπτά). Τέλος, ορισμένοι κριτικοί κατακεραύνωσαν το έργο. Τώρα, στην ψηφιακή της μορφή, η «Νέα Υόρκη…» έχει μια δεύτερη ευκαιρία. Η ιδέα του Σκορτσέζε παρουσιάζεται πιο ολοκληρωμένη, ενώ οι συνεντεύξεις φωτίζουν ό,τι συνέβη στο παρελθόν τόσο σε επίπεδο προθέσεων όσο και ως προς την εκτέλεση.
Η Ειδική Έκδοση περιέχει δύο εκδοχές. Την κινηματογραφική βερσιόν (128 λεπτά) και μία εκτενέστερη. Στη δεύτερη αυτή κόπια υπάρχουν άφθονα διαλογικά μέρη που δεν προβλήθηκαν στις αίθουσες. Η εικόνα παρουσιάζεται στο ευρωπαϊκό φορμά 1,66:1. Μολονότι δεν είναι πλήρους ανάλυσης, τα πλάνα διαθέτουν πολύ καλή λεπτομέρεια και αποπνέουν αυτούσια την τεχνικολόρ αίσθηση που θέλησε να πετύχει ο διευθυντής φωτογραφίας. Ο ήχος δεν είναι σπουδαίος. Απλώς, οι διάλογοι και τα όργανα της ορχήστρας ακούγονται πεντακάθαρα. Στον πρώτο δίσκο θα βρείτε μια εισαγωγή του σκηνοθέτη και την μπάντα με τα σχόλια του ίδιου και της κριτικού Κάρι Ρίκι. Τα ντοκιμαντέρ του δεύτερου δίσκου είναι και αποκαλυπτικά και ουσιαστικά, ενώ οι σκηνές που κόπηκαν και το εναλλακτικό φινάλε ολοκληρώνουν το παρασκήνιο της παραγωγής.
Δυστυχώς, τα έξτρα δεν έχουν ελληνικούς υπότιτλους. Αυτό σημαίνει ότι όποιος δεν γνωρίζει ξένες γλώσσες δεν θα μπορέσει να παρακολουθήσει ούτε τις συνεντεύξεις ούτε τις τεχνικές λεπτομέρειες ούτε το σκεπτικό καθενός από τους συντελεστές. Με λίγα λόγια, θα δει το έργο χωρίς το δημιουργικό του υπόβαθρο και πιθανόν να μη συμμεριστεί την άποψη όσων συμπεριλαμβάνουν το «New York, New York» στα αριστουργήματα του Σκορτσέζε.