Και όμως. Εν έτει 2005 και σε πείσμα όσων υπερφίαλα και με περίσσια χαλαρότητα χαίρονται να διακηρύττουν ότι όλη η μουσική είναι βιομηχανοποιημένη, έρχονται καλλιτέχνες του ειδικού βάρους του Bruce Springsteen για να αποδείξουν με το έργο και την όλη στάση ζωής τους την κενότητα των ισχυρισμών αυτών. Μετά το δυναμικό «The Rising» του 2002 που αποτέλεσε την πιο καθαρτική καλλιτεχνική αντίδραση στα γεγονότα της 11ης Σεπτεμβρίου και τον πρωταγωνιστικό ρόλο που έπαιξε στη περσινή προεκλογική εκστρατεία του John Kerry, το αδιαφιλονίκητο «αφεντικό» των απανταχού ρόκερ επιστρέφει με τον πιο ενδοσκοπικό και στιχουργικά τολμηρό δίσκο της καριέρας του. Αλήθεια, ποια μαγική και αδιόρατη δύναμη ωθεί υπέρλαμπρους αστέρες αυτού του διαμετρήματος να πηγαίνουν ενάντια στο ρεύμα και να κυκλοφορούν δίσκους τόσο φαινομενικά «αντιεμπορικούς» όπως το εν πολύς ακουστικό και χαμηλών τόνων «Devils & Dust» και ποια εντέλει ανάγκη τους μαγνητίζει στις ιστορίες μοναχικών ανθρώπων που βρίσκονται σε πάλη με τους εσωτερικούς και εξωτερικούς τους δαίμονες. Αν και παράξενο για όσους τον γνώρισαν μετά την έκρηξη του παρεξηγημένου και όχι ιδιαίτερα αντιπροσωπευτικού για το μουσικό του ύφος «Born in the USA», η απάντηση είναι επί της ουσίας απλή και προφανής: ο Springsteen είναι βγαλμένος από το ίδιο σπάνιο καλούπι από το οποίο προέρχονται όλοι οι αυθεντικοί τροβαδούροι, εκείνοι που πέρα και πάνω από διασκεδαστές είναι εκφραστές του πόνου, των ανησυχιών και ενίοτε της χαράς του κοινού τους. Συνεχιστής της παράδοσης των Hank Williams, Woody Guthrie, Bob Dylan και Chuck Berry, o Springsteen αφήνει στην άκρη την E Street Band και πιάνει την ακουστική του κιθάρα όποτε νοιώθει την ανάγκη να απελευθερώσει τη φλόγα που τον σιγοκαίει ή την υποχρέωση να εξωτερικεύσει τις έννοιες και τους προβληματισμούς των συνανθρώπων του. Το έκανε για πρώτη φορά το 1982 με το καθηλωτικό «Nebraska», το επανέλαβε το 1995 με το πιο σκοτεινό «The Ghost of Tom Joad» και το πράττει για τρίτη φορά με το «Devils & Dust».
Αιτίες στάθηκαν ο πόλεμος στο Ιράκ και η επανεκλογή του Bush που έδωσαν πνοή στην στιχουργική του μούσα, αλλά η ουσιαστική αφορμή δινόταν από την απόγνωση που του μετέφεραν οι απλοί άνθρωποι που καθημερινά συναντούσε στο δρόμο. «Bruce, τι συμβαίνει; Σε χρειαζόμαστε, κάνε κάτι.» Οι καλλιτέχνες μιλάνε με το έργο τους και ο Springsteen χρησιμοποιεί τους στίχους και τις έξι χορδές της κιθάρας του για να θεραπεύσει και να εμπνεύσει τις γεμάτες από «δαίμονες και σκόνη» ψυχές με μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα από ότι όλοι μαζί οι ψυχίατροι και οι πολιτικοί της Αμερικής. Εκ πρώτης όψεως ακουστικό και χαμηλών τόνων, το «Devils & Dust» είναι στη πραγματικότητα το πιο πολυδιάστατο και ώριμο έργο του Springsteen, ένα αιχμηρό κοινωνικό-πολιτικό μανιφέστο με συνεχείς εναλλαγές μουσικού ύφους στο οποίο πρωταγωνιστούν η μελαγχολία, η αμφιβολία και η πίκρα δώδεκα χαρακτήρων που βιώνουν διαφόρων ειδών και επιπέδων διλήμματα. Μουσικά ισορροπεί ανάμεσα στο «Nebraska» και το «The Rising», και τον τόνο τον δίνει το πανέμορφο ομώνυμο τραγούδι που ανοίγει το δίσκο ως μια σκοτεινή ακουστική σύνθεση που όμως μεταμορφώνεται με τη σταδιακή είσοδο φυσαρμόνικας, τσέλων και κρουστών σε μια δυναμική και μεστή ροκ μπαλάντα που δίνει τη θέση της στο τυπικό αλλά Springsteen ροκ «All the Way Home» που φέρει αρκετά στοιχεία κάντρι. Οι εναλλαγές συνεχίζονται μέχρι το τέλος αν και το δεύτερο μέρος του δίσκου γέρνει περισσότερο προς το ακουστικό και λιτό ύφος της εισαγωγής.
Το «Devils & Dust» κυκλοφόρησε στην Αμερική στο καινούργιο φορμά «Dual Disc», αλλά στην Ευρώπη βγήκε ως διπλός δίσκος με ένα CD και ένα DVD-Video που περιέχει τις πολυκάναλες μείξεις του δίσκου σε Dolby Digital 5.1, καθώς και ένα μισάωρο βίντεο όπου ο Springsteen μιλάει για το ύφος των συνθέσεων και παίζει πέντε από αυτές με τη συνοδεία ακουστικής κιθάρας και φυσαρμόνικας. Το «Devils & Dust» μπορεί να μην είναι το πιο συναρπαστικό ή το πιο ριζοσπαστικό του έργο, αλλά είναι αναμφίβολα μια κατάθεση ψυχής, ένα αληθινά πνευματικό και ψυχαγωγικό δημιούργημα που σε κερδίζει όλο και περισσότερο με κάθε επανάληψη. Όσοι πιστοί προσέλθετε.