51

Την καθαρή σύνδεση μεταξύ γεωγραφικών και εκπαιδευτικών ανισοτήτων στην ελληνική κοινωνία καταδεικνύει έρευνα των ΓΣΕΕ και ΚΑΝΕΠ (Κέντρο Ανάπτυξης Εκπαιδευτικής Πολιτικής), στέλνοντας το μήνυμα πως ουσιαστική ισότητα ευκαιριών θα υπάρξει μόνο όταν οι πόροι για την εκπαίδευση κατανέμονται κατά διαφοροποιημένα άνισο τρόπο.

Με βάση την στατιστική ανάλυση και επεξεργασία των στοιχείων των αποτελεσμάτων των πανελλαδικών εξετάσεων του 2004, βλέπουμε πως ο βαθμός επιτυχίας και οι πιθανότητες πρόσβασης στην τριτοβάθμια εκπαίδευση συνδέονται άμεσα με τον βαθμό κοινωνικο-οικονομικής ανάπτυξης του νομού από τον οποίο προέρχονται οι μαθητές και μαθήτριες.

Σε περιοχές με χαμηλούς δείκτες ανάπτυξης, υψηλή ανεργία και χαμηλό κατά κεφαλήν εισόδημα οι εξεταζόμενοι έχουν μικρότερες από το μέσο όρο πιθανότητες επιτυχίας.

Τα αποτελέσματα αυτής της έρευνας έρχονται να συμπληρώσουν τις ήδη υπάρχουσες έρευνες που δείχνουν τις κραυγαλέες κοινωνικές ανισότητες στο χώρο της ανώτατης εκπαίδευσης. Το ό,τι δηλαδή η πλειοψηφία των φοιτητών προέρχονται από εύπορες οικογένειες, ενώ ο αριθμός αυτών που προέρχονται από τα πολυπληθέστερα λαϊκά στρώματα (εργάτες, τεχνίτες, αγρότες) είναι αναλογικά εξαιρετικά χαμηλός.

Και αυτή η δυσαναλογία αντί να μειώνεται εντείνεται με τη σημαντική αύξηση των εισαγομένων στην Τριτοβάθμια Εκπαίδευση που παρατηρούμε στις δύο τελευταίες δεκαετίες. Δηλαδή, όσο αυξάνεται ο αριθμός των εισακτέων στα πανεπιστήμια, τόσο μειώνεται αναλογικά το ποσοστό αυτών που προέρχονται από τα οικονομικά αδύνατα στρώματα.

Kαι την στρεβλή αυτή λογική συμπληρώνουνε και αυξάνουν οι ιδιωτικές δαπάνες για την παιδεία (φροντιστήρια, ξένες γλώσσες κλπ.) που αντιστοιχούν σε ένα περίπου δισεκατομμύρια ευρώ.

Αν έτσι έχουν τα πράγματα, επισημαίνεται στην έρευνα των ΓΣΣΕ και ΚΑΝΕΠ, η δωρεάν παιδεία δεν επαρκεί για να υπάρξει ισότητα στο χώρο της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης. Ουσιαστική ισότητα ευκαιριών θα υπάρξει μόνο όταν οι πόροι για εκπαίδευση κατανέμονται κατά διαφοροποιημένα άνισο τρόπο.

Δηλαδή, κατά τέτοιο τρόπο που οι περιοχές με χαμηλό δείκτη ανάπτυξης, καθώς και τα σχολεία που βρίσκονται σε λαϊκές συνοικίες να ενισχύονται πολύ περισσότερο -με καλύτερες υποδομές, ικανότερους δασκάλους, περισσότερο βοηθητικό προσωπικό κλπ.

Σε σχετική του δήλωση ο πρόεδρος της ΓΣΣΕ Χρ.Πολυζωγόπουλος επισημαίνει ότι τα θέματα εκπαίδευσης και παιδείας θα αποτελούν πάντα για τη ΓΣΕΕ ένα σημαντικό κομμάτι των πολιτικών και κοινωνικών της παρεμβάσεων.

Με δεδομένο ότι η εκπαίδευση ως κοινωνικός θεσμός ενδιαφέρει κάθε Έλληνα πολίτη, η ΓΣΣΕ επιβάλλεται να παρεμβαίνει δημιουργικά και να συμβάλει στην προώθηση κοινωνικά δίκαιων και βιώσιμων λύσεων προκειμένου να αμβλύνονται και να περιστέλλονται οι ταξικές και κοινωνικές ανισότητες στην πρόσβαση στη γνώση, σημειώνει ο κ. Πολυζωγόπουλος.

Η εκπαιδευτική πολιτική, σε μια εποχή που η γνώση αποτελεί θεμελιακό κεφάλαιο για τη ζωή του ανθρώπου, θα πρέπει να χαράσσεται όχι με κομματικά και συντεχνιακά κριτήρια, αλλά λαμβάνοντας υπόψη τις πραγματικές ανάγκες της κοινωνίας και των εργαζομένων, συμπληρώνει ο πρόεδρος της ΓΣΕΕ.

Newsroom ΑΛΤΕΡ ΕΓΚΟ