27

«Η απόφαση του Ecofin λέει ότι μετά το 2006 θα πρέπει να εξακολουθήσει να μειώνεται το έλλειμμα, και εγώ λέω να πάμε και πιο γρήγορα, αν αυτό είναι εφικτό» τόνισε την Τρίτη ο διοικητής της ΤτΕ Νίκος Γκαργκάνας, μιλώντας στην Επιτροπή Οικονομικών Υποθέσεων της Βουλής, όπου παρουσίασε την ετήσια έκθεση για τη νομισματική πολιτική.

Ο κ. Γκαργκάνας διαπίστωσε ότι σε γενικές γραμμές ο πληθωρισμός κινείται μέσα στο πλαίσιο που έχει διαμορφωθεί την τελευταία πενταετία, ενώ ο ρυθμός ανόδου του ΑΕΠ πρόκειται να επιβραδυνθεί στο 3,3%, αντί του προβλεπόμενου στον προϋπολογισμό 3,9%.

Η υποχώρηση αυτή ωστόσο, όπως είπε, «ξεκίνησε από το β΄εξάμηνο του 2003 και συνεχίζεται μέχρι σήμερα, χωρίς να αποκλείεται μεγαλύτερη πτώση», ενώ ο ρυθμός αύξησης του ΑΕΠ παραμένει υψηλότερος από το μέσο όρο της ευρωζώνης, οπότε «η σύγκλιση προχωρά».

Η ανάπτυξη των τελευταίων ετών, επισήμανε, οφείλεται στο ότι «όταν μπήκαμε στη ζώνη του ευρώ, είχαμε μείωση των επιτοκίων, που οδήγησε σε αύξηση κατανάλωσης, επενδύσεις, δάνεια κ.λπ.» – αλλά και τα Ολυμπιακά έργα. Η υποχώρηση, λοιπόν, ήταν αναμενόμενη: «Το να υποχωρήσει για ένα χρόνο ο ρυθμός ανάπτυξης, δεν χάλασε ο κόσμος. Το ζήτημα είναι τι πρέπει να γίνει από δω και πέρα» είπε χαρακτηριστικά.

Ο διοικητής της ΤτΕ υπογράμμισε παράλληλα την «αισθητή απώλεια ανταγωνιστικότητας αναφορικά με τις τιμές των προϊόντων σε σχέση με άλλες χώρες» και τα πολύ υψηλά επίπεδα του δημοσίου ελλείμματος και χρέους ως προς το ποσοστό του ΑΕΠ, παρατηρώντας ότι «δεν είναι δυνατόν να διατηρηθούν σε αυτά τα επίπεδα».

Αποφασιστική παρέμβαση

Στο παραπάνω πλαίσιο, ο κ. Γκαργκάνας πρότεινε να υπάρξει «αποφασιστική παρέμβαση» (με εφαρμογή των συστάσεων του Ecofin για μείωση του ελλείμματος κάτω από το 3% εντός της προσεχούς διετίας, ει δυνατόν επί το αυστηρότερον) και ταχεία προώθηση των αναγκαίων μεταρρυθμίσεων και διαρθρωτικών αλλαγών για προώθηση του ανταγωνισμού, αύξηση της απασχόλησης και της παραγωγικότητας.

Σε ό,τι αφορά τα μέτρα για τον περιορισμό των δαπανών, ο κ. Γκαργκάνας δεν θέλησε να γίνει συγκεκριμένος («δεν είναι αυτός ο ρόλος της Τράπεζας», είπε) αλλά δεν απέφυγε τον πειρασμό να αναφερθεί (δις) στη… σπατάλη ηλεκρικού ρεύματος που γίνεται για το φωτισμό της πόλης, την οποία έκρινε υπερβολική.

Επίσης, προειδοποίησε ότι «η άνοδος της ιδιωτικής κατανάλωσης θα επιβραδυνθεί αναπόφευκτα μακροπρόθεσμα, όταν το χρέος των νοικοκυριών θα τείνει να σταθεροποιηθεί ως ποσοστό επί του ΑΕΠ. Όταν το ιδιωτικό χρέος φθάσει σε κάποιο επίπεδο, τα νοικοκυριά θα έχουν δυσκολία να δανειστούν και αυτό θα επηρεάσει την κατανάλωση, που τροφοδοτεί το 50% της ανάπτυξης της οικονομίας σήμερα».

Σε ερώτηση του βουλευτή του ΚΚΕ Νίκου Γκατζή, γιατί η ΤτΕ παραβλέπει την ιδιαίτερα υψηλή κερδοφορία των τραπεζών και των ΔΕΚΟ, την ώρα που ζητά περιορισμό των δημοσίων δαπανών, αύξηση των έμμεσων φόρων, επανεξέταση του ασφαλιστικού και των δαπανών για συντάξεις και υγεία, ο κ. Γκαργκάνας απάντησε ότι η ανάγνωση της οικονομικής πραγματικότητας από το ΚΚΕ «δεν βρίσκει πολλούς σύμφωνους στην Ευρώπη και στην Ελλάδα».

«Το γεγονός ότι τα κέρδη των επιχειρήσεων είναι υψηλά, είναι θετικό, γιατί αν δεν υπάρχει κερδοφορία, δεν υπάρχουν επενδύσεις και θέσεις εργασίας. Είναι γεγονός βεβαίως ότι πολλές επιχειρήσεις δεν λειτουργούν ανταγωνιστικά. Πρέπει, όπου δεν λειτουργούν ανταγωνιστικά οι αγορές, να υπάρξουν παρεμβάσεις με κατάλληλη νομοθεσία και με αποτελεσματική λειτουργία της Επιτροπής Ανταγωνισμού. Έτσι αντιμετωπίζεται η υπερβολική κερδοφορία, όχι με την Αγορανομία» ανέφερε.

Ο κ. Γκαργκάνας αρνήθηκε να προβεί σε εκτιμήσεις, εάν η κυβέρνηση θα καταφέρει να υλοποιήσει τον προϋπολογισμό του 2005 ή θα χρειαστεί να προβεί σε τροποποίησή του, παραπέμποντας στο προσεχές αναθεωρημένο Σχέδιο Σταθερότητας και Ανάπτυξης.

Μισθοί

Αντιπαράθεση είχε ο κ. Γκαργκάνας με τον κ. Γκατζή, αλλά και με τον βουλευτή της ΝΔ Γιάννη Μανόλη, σχετικά με τη διαπίστωσή του ότι «οι πραγματικοί μισθοί τα τελευταία 11 χρόνια αυξήθηκαν κατά 33%». «Αν ήταν έτσι, η σύγκλιση θα είχε ήδη επιτευχθεί», παρατήρησε ο βουλευτής της ΝΔ, για να απαντήσει ο κ. Γκαργκάνας ότι έχει εμπιστοσύνη στις υπηρεσίες της ΤτΕ, και, αν η ΓΣΕΕ επιμένει στους δικούς της υπολογισμούς, 8α υπάρξει αντιπαραβολή των δύο μεθοδολογιών.

Τέλος, σχετικά με την εθελουσία έξοδο εργαζομένων, ο κ. Γκαργκάνας ανέφερε ότι ο Κ.Μητσοτάκης δεν ήταν καλά ενημερωμένος όταν υπολόγιζε το κόστος της εθελουσίας εξόδου στα 660 εκατ. ευρώ.

Στο σχόλιο δε του βουλευτή Ανδρέα Ανδριανόπουλου ότι «δεν είναι δυνατόν να πληρώνονται 20 εκατ. οι εργαζόμενοι του ΟΤΕ για εθελούσια έξοδο, σε αντίθεση με τους εργαζόμενους του ιδιωτικού τομέα», απάντησε ότι «η καταβολή αποζημίωσης χωρίς καμία ανταποδοτικότητα επιβαρύνει τους φορολογούμενους» και υποστήριξε ότι «δεν είναι καλό να ενθαρρύνουμε την πρόωρη συνταξιοδότηση γιατί το πρόβλημα γίνεται οξύτερο».

Newsroom ΑΛΤΕΡ ΕΓΚΟ,ΑΠΕ