Με το θάνατο του Johnny Cash στις 12 Σεπτεμβρίου του 2003, σε ηλικία 71 ετών, η μουσική θρήνησε την απώλεια μιας από τις σημαντικότερες μορφές των τελευταίων 50 ετών.
Ο Cash ξεκίνησε την καριέρα του τραγουδώντας gospel πλάι στους Luther Perkins και Marshall Grant και στη συνέχεια στράφηκε στην country, στην οποία έμελλε να αναδειχθεί σε έναν από τους πλέον επιβλητικούς και επιδραστικούς εκπροσώπους. Η βαθιά, βαρύτονη φωνή του διακρινόταν για ένα σπάνιας εκφραστικότητας και ευαισθησίας ηχόχρωμα, που τον έκανε ξεχωριστό σε σχέση με όλους τους άλλους εκπροσώπους του ήχου του Νάσβιλ, χτίζοντας γέφυρες προς το rock ‘n’ roll και το honky tonk.
Έπειτα από μια αρκετά μακρά περίοδο αναζήτησης νέας καλλιτεχνικής διαδρομής ως μεσήλικας, ο Cash γνώρισε εκ νέου διασημότητα την τελευταία δεκαετία της ζωής του, όταν συνεργάστηκε με τον παραγωγό Rick Rubin, ιδρυτή της δισκογραφικής εταιρείας American Recordings, για μια σειρά τεσσάρων άλμπουμ («American Recordings» [1994], «Unchained» [1996], «American III: Solitary Man» [2000] και «American IV: The Man Comes Around» [2002]) η οποία είναι πλέον γνωστή στη μακροσκελή δισκογραφία του ως «περίοδος της American».
Από ηχογραφήσεις της συγκεκριμένης περιόδου αντλείται το σύνολο του υλικού της κασετίνας «Unearthed», η οποία περιλαμβάνει πέντε CD με 79 τραγούδια και ένα βιβλίο 104 σελίδων. Τα τέσσερα από τα πέντε CD φιλοξενούν 64 ακυκλοφόρητα πριν τραγούδια που δεν «χώρεσαν» στις επίσημες κυκλοφορίες (για καθένα από τα προαναφερθέντα άλμπουμ οι Cash και Rubin ηχογραφούσαν από 60 μέχρι 100 τραγούδια), ενώ το πέμπτο είναι μια ανθολογία από τα άλμπουμ της American.
Στο υλικό των τριών πρώτων CD της κασετίνας (έχουν τους τίτλους «Who’s Gonna Cry», «Trouble In Mind» και «Redemption Song») υπάρχουν σόλο ακουστικές εκδοχές των «Long Black Veil» και «Flesh And Blood», καθηλωτικές διασκευές των «Heart Of Gold» και «Pocahontas» (του Neil Young), «Devil’s Right hand» (του Steve Earle), «Down The Line» (του Roy Orbison), καθώς και αξιόλογα ντουέτα με καλλιτέχνες της φήμης των Nick Cave («Cindy), Willie Nelson («Like A Soldier»), Carl Perkins (στο «Brown-Eyed Handsome Man» του Chuck Berry), Fiona Apple (στο «Father And Son» του Cat Stevens) και Joe Strummer (στο «Redemption Song» του Bob Marley – μία από τις πιο φορτισμένες συναισθηματικά στιγμές, δεδομένου του πρόωρου θανάτου του Strummer στις 22 Δεκεμβρίου του 2002).
Το τέταρτο CD («My Mother’s Hymn Book») αποτελεί ξεχωριστή θεματική ενότητα με ιδιαίτερο ενδιαφέρον, με 15 σόλο ακουστικές ερμηνείες σε spiritual τραγούδια από το βιβλίο εκκλησιαστικών ύμνων της μητέρας του Cash, Carrie, τα οποία του δίδασκε κατά την παιδική του ηλικία.
Στο πέμπτο CD συναντάμε 15 από τα καλύτερα τραγούδια των τεσσάρων άλμπουμ της American («Solitary Man», «One», «We’ll Meet Again», «Mercy Seat»).
Το βιβλίο, τέλος, φιλοξενεί μία από τις τελευταίες συνεντεύξεις του «άντρα με τα μαύρα», στην οποία, μαζί με τον Rick Rubin, μιλά για τη συνεργασία τους, την επιλογή του υλικού και την καλλιτεχνική προσέγγιση σε αυτό. Υπάρχουν επίσης σχόλια συνεργατών και συγγενών, όπως οι Tom Petty, Roseanne Cash και John Carter Cash, ακυκλοφόρητες πριν φωτογραφίες καθώς και προσωπικά σχόλια του ίδιου του Cash για κάθε τραγούδι που περιλαμβάνεται στην κασετίνα (το όλο πρότζεκτ είχε σχεδιαστεί και σε μεγάλο βαθμό ολοκληρωθεί πριν από το θάνατό του, προκειμένου να κυκλοφορήσει στην επέτειο των δέκα χρόνων συνεργασίας του με την American).
Το «Unearthed» είναι φόρος τιμής στην τελευταία καμπή μιας σπάνιας, σημαντικής καλλιτεχνικής διαδρομής. Είναι επίσης σύνοψη της ανυπέρβλητης τεχνικής ενός χαρισματικού ερμηνευτή που γνώριζε πώς να αναγάγει τα τραγούδια σε πομπούς της εμπειρίας του, των ιδεών του, της οπτικής του, με τρόπο αυστηρό, αποφασιστικό και συναισθηματικά διαβρωτικό.