Let It Be… Naked – Κριτική
Λονδίνο, Ιανουάριος 1969: Μπορεί να μην το έκαναν θέμα, αλλά στους Beatles ανέκαθεν άρεσαν οι ανατροπές, τα ξαφνιάσματα, οι απρόβλεπτες αλλαγές καλλιτεχνικής πορείας.
Αφού πρωτοστάτησαν στις συναυλίες-για-στάδια, στις 29 Αυγούστου 1966 πραγματοποίησαν την τελευταία τους ζωντανή εμφάνιση και δήλωσαν ότι στο μέλλον θα επικεντρώσουν τις προσπάθειές τους σε πειραματισμούς με τις τεχνικές ηχογράφησης. Πρώτος καρπός εκείνης της επιλογής ήταν το «Sgt. Peppers Lonely Hearts Club Band» (1967) – ένα από τα διαμάντια της ψυχεδελικής περιόδου, από τα καλύτερα άλμπουμ όλων των εποχών. Ωστόσο, την αμέσως επόμενη χρονιά ηχογράφησαν και κυκλοφόρησαν το «The Beatles» (γνωστό επίσης και ως «The White Album» από το λευκό του εξώφυλλο) που φιλοξενούσε μια ποικιλία από αισθητικές τάσεις -από τη folk μέχρι το σκληρό rock και τα μιούζικαλ- αγνοώντας επιδεικτικά την ψυχεδέλεια.
Το Λευκό Άλμπουμ συμπλήρωνε έξι συνεχείς εβδομάδες στο Νο.1 όταν τα Σκαθάρια άρχισαν να επεξεργάζονται υλικό για την επόμενη δουλειά τους, τη συλλογή τραγουδιών που αποτέλεσαν το υλικό του «Let It Be». Το «Let It Be» ήταν το αποτέλεσμα μιας αρχικής ιδέας που αφορούσε στην πραγματοποίηση ενός τηλεοπτικού σόου, με τους Beatles να ερμηνεύουν νέα τους τραγούδια. Στην πορεία αντί για τηλεοπτικό σόου αποφασίστηκε να κινηματογραφηθεί μια κανονική συναυλία.
Η «εύκολη λύση» της χρησιμοποίησης τραγουδιών του «White Album» απορρίφθηκε. Τα τραγούδια του φιλμ θα ήταν καινούργια και μάλιστα θα μαγνητοσκοπούνταν και οι πρόβες τους, για να μπορούν οι θεατές να έχουν εικόνα της εξέλιξης από την αρχική συνθετική και ερμηνευτική ιδέα στην τελική, ολοκληρωμένη βερσιόν.
Ουσιώδες χαρακτηριστικό του όλου πρότζεκτ έπρεπε να είναι η απουσία από τις ηχογραφήσεις κάθε μεταγενέστερης ηχητικής επεξεργασίας (όπως η προσθήκη εφέ, τα λουπ μαγνητοταινιών ή η παράλληλη εγγραφή συμπληρωματικών φωνητικών ή ινστρουμένταλ τρακ στο στούντιο) για να τονιστούν η αμεσότητα και η μοναδικότητα που χαρακτηρίζουν μια λάιβ εμφάνιση.
Ως ημερομηνία της συναυλίας ορίστηκε η 20ή Ιανουαρίου 1969 και οι σχετικές μαγνητοσκοπήσεις ξεκίνησαν στις 2 του ίδιου μήνα. Ως σκηνοθέτης τόσο του φιλμ όσο και της συναυλίας επιλέχθηκε ο Michael Lindsay Hogg, διάσημος για τη δουλειά του στη σειρά τηλεοπτικών εκπομπών «Ready Steady Go!», στα φιλμ προώθησης για τα τραγούδια των Beatles «Paperback Writer», «Rain», «Hey Jude» και «Revolution», αλλά και στο περίφημο «The Rolling Stones’ Rock And Roll Circus», που είχε ολοκληρωθεί μόλις λίγες εβδομάδες νωρίτερα. Επιβλέπων παραγωγός ήταν όπως πάντα ο George Martin, αλλά με ρητή εντολή να μην εφαρμόσει τη φορά αυτή τις σοφιστικέ τεχνικές του. Τέλος, συμμετείχε ο μηχανικός ήχου Glyn Johns, επίσης από την ομάδα του «Rock And Roll Circus».
Οι πρόβες -και οι μαγνητοσκοπήσεις- άρχισαν στα Twickenham Film Studios, έπειτα από επιλογή του Paul McCartney. Οι κακές περιβαλλοντικές συνθήκες (στην ουσία επρόκειτο για μια υγρή φυσική σπηλιά διαμορφωμένη σε στούντιο) σε συνδυασμό με τις τριβές μεταξύ των Σκαθαριών (ο George Harrison, έντονα επηρεασμένος από τις επαφές που είχε κάνει λίγο καιρό πριν με τον Bob Dylan και τους Band σε επίσκεψή του στην Αμερική, εγκατέλειψε το γκρουπ για λίγες ημέρες αλλά επέστρεψε σύντομα) οδήγησαν σε αλλαγή χώρου και συγκεκριμένα στο ισόγειο στούντιο του διοικητηρίου της Apple Records, στον αριθμό 3 της Saville Road στο West End του Λονδίνου. Στην ομάδα των τεσσάρων μουσικών προστέθηκε ο κιμπορντίστας Billy Preston, συνεργάτης του Ray Charles και φίλος των John, Paul, George και Ringo από τις ημέρες του Αμβούργου.
Τα τραγούδια «For You Blue», «Get Back» και «Don’t Let Me Down» ηχογραφήθηκαν κατά την πρώτη εβδομάδα στα στούντιο της Apple. Για τις ανάγκες του φιλμ αποφασίστηκε να μαγνητοσκοπηθούν δύο διαφορετικές λάιβ εμφανίσεις, με αποτέλεσμα τέσσερα από τα τραγούδια της «αναθεωρημένης» έκδοσης «Let It Be… Naked» να προέρχονται από το μεσημεριανό κοντσέρτο-έκπληξη της 30ής Ιανουαρίου 1969, στην ταράτσα του κτιρίου της Saville Row. Οι Beatles έπαιξαν επί 42 λεπτά «παγώνοντας» την κίνηση σε όλο το κεντρικό Λονδίνο, έως ότου η αστυνομία επενέβη εισβάλλοντας στην ταράτσα και διακόπτοντας το γεγονός. Επρόκειτο για το τελευταίο λάιβ που θα πραγματοποιούσε ποτέ δημοσία το θρυλικό γκρουπ.
Στις 31 Ιανουαρίου επιστρέφουν στο στούντιο για την ηχογράφηση κάποιων πιο χαμηλότονων τραγουδιών, που δεν ήταν κατάλληλα για την εκτεθειμένη στον άνεμο ταράτσα. Ήταν τα «The Long And Winding Road», «Two OF Us» και «Let It Be».
Το «Let It Be» του 1970: Νωρίς το καλοκαίρι του 1969 τα τραγούδια «Get Back» και «Don’t Let Me Down» κυκλοφόρησαν ως σινγκλ, που ανέβηκε στην κορυφή των πινάκων επιτυχιών σε πολλές χώρες. Εν τω μεταξύ οι Beatles είχαν επιστρέψει στα στούντιο της EMI και στις εξεζητημένες μεθόδους ηχογράφησης, ασχολούμενοι με τα σέσιον που απέδωσαν το υλικό του τελευταίου τους άλμπουμ, του «Abbey Road», που κυκλοφόρησε στις 26 Σεπτεμβρίου 1969 (ένα ακόμη Νο.1).
Καθώς τόσο τα Σκαθάρια όσο και ο George Martin ήταν απορροφημένοι με το νέο άλμπουμ, στις 4 Μαρτίου 1969 οι McCartney και Lennon είχαν ζητήσει από τον Glyn Johns να οργανώσει τις ηχογραφήσεις του φιλμ σε ένα άλμπουμ με χαρακτήρα που να αντιστοιχεί στο ντοκιμαντερίστικο ύφος της ταινίας. Η συλλογή που ετοίμασε ο Johns περιλάμβανε διαλόγους ηχογραφημένους στο στούντιο, ανολοκλήρωτα τραγούδια και κάποιες όχι ιδιαίτερα προβαρισμένες ερμηνείες, με αποτέλεσμα τελικά να μην εγκριθεί η κυκλοφορία της. (Τουλάχιστον όχι επισήμως, αφού από τότε εμφανίστηκαν πολλές «πειρατικές» κυκλοφορίες -bootleg- στηριγμένες στο εν λόγω υλικό).
Χρειάστηκε η παρέμβαση του φημισμένου Αμερικανού παραγωγού Phil Spector για να λάβει το άλμπουμ την τελική μορφή με την οποία εμφανίστηκε στις προθήκες των δισκοπωλείων. Ο Spector πρόσθεσε δύο τραγούδια ώστε ο κατάλογος να ανταποκρίνεται στο ρεπερτόριο της ταινίας. Το ένα ήταν το «Across The Universe». Ο Spector «επιβράδυνε» την ηχογράφηση του Φεβρουαρίου 1968 και πρόσθεσε εντυπωσιακή ορχήστρα (δεκαοκτώ βιολιά, τέσσερις βιόλες, τέσσερα τσέλο, μία άρπα, τρεις τρομπέτες, τρία τρομπόνια, δύο κιθάρες) και χορωδία με 14 τραγουδιστές. Το άλλο ήταν ένα πολύ καινούργιο τραγούδι, το «I Me Mine». Επειδή μια πρωτόλεια εκδοχή του ακούγεται στην ταινία, ο Spector ζήτησε να γίνει κανονική του ηχογράφηση τον Ιανουάριο του 1970 και ολοκλήρωσε την παραγωγή του λίγους μήνες αργότερα.
Στις 10 Απριλίου 1970 έγινε επισήμως γνωστή η διάλυση των Beatles ως γκρουπ.
Στις 8 Μαΐου -ένα μήνα μετά την ανακοίνωση της διάλυσης και 16 μήνες μετά την έναρξη των σχετικών ηχογραφήσεων- κυκλοφόρησε το άλμπουμ με τον τίτλο «Let It Be».
Στις 13 Μαΐου έγινε η παγκόσμια πρεμιέρα του ομώνυμου φιλμ στη Νέα Υόρκη, όπου δεν παρέστη κανείς από τους Beatles.
Το «Let It Be… Naked» του 2003: Αν και με την κυκλοφορία του το 1970 ανέβηκε στην κορυφή των τσαρτ, και μάλιστα απέδωσε τρία σινγκλ που έγιναν Νο.1 στην Αμερική, το πρότζεκτ του «Let It Be» διατήρησε όλα αυτά τα χρόνια μια αύρα ανολοκλήρωτου έργου. Οι μνήμες από τη δημιουργία του δεν ήταν οι καλύτερες δυνατές, με τα επαγγελματικά προβλήματα και τις προσωπικές διαφωνίες να έχουν αφήσει μια άσχημη επίγευση. Ωστόσο, οι Beatles, όταν έφτανε η ώρα να δημιουργήσουν μαζί μουσική, γίνονταν αυτόματα η σφιχτοδεμένη και ομόψυχη ομάδα που θαυμάζουμε σε όλους τους δίσκους τους.
Το Φεβρουάριο του 2002 ο McCartney συναντήθηκε τυχαία σε ένα αεροπλάνο με τον Michael Lindsay Hogg, το σκηνοθέτη του «Let It Be». Ύστερα από μια συζήτηση που έκαναν σχετικά με το άλμπουμ, δόθηκε στην Apple η εντολή να ζητήσει από τα στούντιο της Abbey Road να χρησιμοποιήσουν τις 33 αυθεντικές μαγνητοταινίες των αρχικών σέσιον για ένα ριμίξ που θα απέδιδε το «γυμνό» ήχο του γκρουπ, σύμφωνα με την αρχική πρόθεση των Beatles.
Το δύσκολο έργο ανέλαβε να φέρει εις πέρας η ίδια ομάδα μηχανικών που έκανε τα ριμίξ για το «Yellow Submarine» και το «Anthology DVD». Αφαιρέθηκαν οι πολύπλοκες ενορχηστρώσεις, οι χορωδίες και τα ηχητικά εφέ και, με την αρωγή της ψηφιακής τεχνολογίας, ο ήχος απέκτησε διαύγεια. Το «φύσημα» των μαγνητοταινιών εξαφανίστηκε, αλλά η ζεστασιά της αναλογικής ηχογράφησης έμεινε ανέγγιχτη. Το άλμπουμ διαφοροποιήθηκε από το αντίστοιχο «σάουντρακ», με αφαίρεση από το υπόβαθρο των διαλόγων. Δύο τραγούδια, το «Dig It» και το παραδοσιακό «Maggie May», παραλήφθηκαν στη νέα έκδοση. Τη θέση τους πήραν τα «Don’t Let Me Down» (είχε κυκλοφορήσει στο παρελθόν μόνο ως δεύτερη πλευρά του σινγκλ «Get Back» του 1969 -στο «…Naked» ακούγεται η βερσιόν «της ταράτσας») και το «For You Blue» (επίσης ηχογράφηση του Ιανουαρίου 1969 από τα στούντιο της Apple).
Τέλος, τον Αύγουστο του 2003 ολοκληρώθηκε από την Apple η παραγωγή ενός δεύτερου δίσκου διάρκειας 20 λεπτών, που συνοδεύει ως μπόνους το «Let It Be… Naked» με υλικό ανθολογημένο από τις ίδιες μαγνητοταινίες. Περιλαμβάνει διαλόγους και αποσπάσματα από τις πρόβες του Ιανουαρίου 1969, με σκοπό την αναδημιουργία της ατμόσφαιρας μέσα στην οποία προέκυψε η έμπνευση και έγινε η αρχική επεξεργασία του ιστορικού άλμπουμ.
- Ενοίκια: Ο χάρτης των τιμών και οι περιοχές [πίνακες]
- Μεξικό: Συνελήφθη πρώην Ολυμπιονίκης – Ήταν από τους πιο καταζητούμενους φυγάδες του FBI
- Πάσχουν οι ορισμοί των διαιτητών της Super League
- Γκάφα ολκής της ΔΥΠΑ αναστάτωσε χιλιάδες ανέργους: Απειλές διαγραφής και Ημέρες Καριέρας
- Χανιά: Στο νοσοκομείο εργαζόμενος που χτυπήθηκε από κεραυνό στην Παλαιόχωρα
- Ιωάννα Τούνη: Νέα δικάσιμος για την υπόθεση revenge porn – Γιατί δεν προβλήθηκε τo επίμαχο βίντεο, το μήνυμα της

