Τρία χρόνια μετά το ατμοσφαιρικό και αισθητικά άρτιο «Aλιεν 3» ο Ντέιβιντ Φίντσερ δούλεψε πάνω σε ένα πρωτότυπο σενάριο και παρέδωσε στο κοινό ένα ακόμα ατμοσφαιρικό φιλμ, θρίλερ αυτή τη φορά. Το «Seven» (ή «Se7en») κλέβει κάτι από το κλίμα της «Σιωπής των Αμνών», χωρίς ωστόσο να μιμείται τη θαυμάσια εκείνη ταινία. Εδώ, δυο αστυνομικοί ερευνούν μια σειρά αποτρόπαιων φόνων που παραπέμπουν στα επτά θανάσιμα αμαρτήματα, καθώς ο δολοφόνος αναγκάζει τα θύματά του να πεθάνουν πότε από υπερβολικό φαγητό, πότε από ακινησία και πότε κατά τη διάρκεια της σεξουαλικής πράξης. Η νευρώδης σκηνοθεσία, οι θρησκευτικές αναφορές, η αίσθηση παρακμής και υγρασίας και το απρόσμενο φινάλε παρέσυραν τους θεατές στο σκοτεινό σύμπαν του έργου και χάρισαν στο φιλμ υποψηφιότητες για το σενάριο, για το μοντάζ και για τη φωτογραφία σε διάφορα Φεστιβάλ και κινηματογραφικές διοργανώσεις.
Η ελληνική έκδοση προέρχεται από καινούργια εταιρεία διανομής και περιέχει την πιο πρόσφατη επεξεργασία της ταινίας, που επιμελήθηκε ο ίδιος ο Φίντσερ. Από σφάλμα στις ετικέτες η ταινία βρίσκεται στο δεύτερο δισκάκι -εκείνο με την ένδειξη Features-, ενώ αντίθετα το πρόσθετο υλικό βρίσκεται στο πρώτο DVD. Όμως, αυτό δεν είναι το μοναδικό ψεγάδι. Η μεταφορά σε ψηφιακή μορφή δεν μας εντυπωσίασε. Το αναμορφικό κάδρο αποδίδει πιστά την ατμόσφαιρα του πρωτοτύπου (ειδικά στα σκοτεινά πλάνα που έχουν αποκτήσει καλύτερη λεπτομέρεια), δεν διαθέτει όμως τη στιλπνότητα και την τρισδιάστατη αίσθηση της εικόνας, που χαρίζουν τη διάκριση του κορυφαίου. Όσον αφορά στις επτακάναλες μπάντες… μη βάζετε όλα σας τα λεφτά. Μολονότι έχουν προστεθεί ηχητικά εφέ, τα περιφερειακά ηχεία κάνουν αισθητή την παρουσία τους μόνο στις σκηνές δράσης. Επιπλέον, σε σκηνές με έντονη μουσική (η επίσκεψη των αστυνομικών στο κλαμπ) ο ήχος θυμίζει περισσότερο μπουκωμένη μπάντα παρά ψηφιακή επτακάναλη.