51

Προς εφαρμογή οδεύει κατόπιν πολυετών διαβουλεύσεων το αμφιλεγόμενο νομοσχέδιο που στοχεύει στην προσαρμογή της εισροής μεταναστών στις οικονομικές ανάγκες της Γερμανίας. Το τελευταίο μεγάλο εμπόδιο ξεπεράστηκε, καθώς η αρμόδια διακομματική επιτροπή επικύρωσε την πρόσφατη συμφωνία κυβέρνησης- αντιπολίτευσης και τώρα αναμένεται η έγκριση της Ανω και Κάτω Βουλής.

«Είμαι εξαιρετικά ευτυχής που καταλήξαμε σε συμφωνία» δήλωσε στους δημοσιογράφους ο υπουργός Εσωτερικών της Γερμανίας Ότο Σίλι, αφότου η επιτροπή μεσολάβησης της Ανω και Κάτω Βουλής χρειάστηκε λιγότερο από μία ώρα για να δώσει τέλος σε μία διαμάχη που κράτησε περισσότερο από τρία χρόνια.

Οι επικριτές του νομοσχεδίου, που υπέστη αρκετές αλλαγές αφότου πρωτοπαρουσιάστηκε το 2001, υποστηρίζουν ότι δεν θα μπορέσει να εγγυηθεί την εισδοχή των εργατών που θα χρειαστεί η Γερμανία τις επόμενες δεκαετίες προκειμένου να αναπληρωθεί μία εργατική δύναμη που γερνάει με γοργούς ρυθμούς.

Η Γερμανία των 82,5 εκατομμυρίων πολιτών έχει ήδη περισσότερους από επτά εκατ. μετανάστες. Στο μέλλον μόνο σε έναν περιορισμένο αριθμό επιπλέον ειδικευμένων εργατών και ξένων που αποφοιτούν από γερμανικά πανεπιστήμια θα επιτραπεί να μείνουν και να εργαστούν στη χώρα. Όλοι οι νεοεισερχόμενοι θα κάνουν υποχρεωτικά μαθήματα γερμανικής γλώσσας.

Ωστόσο, το νέο νομοσχέδιο επιφέρει μία τεράστια αλλαγή για μια χώρα που είναιι ουσιαστικά κλειστή στην οικονομική μετανάστευση από τις αρχές της δεκαετίας του 70, όταν έκλεισε τα σύνορά της στους «εργάτες φιλοξενούμενους» κυρίως από την Ιταλία και την Τουρκία.

Η συμφωνία επιτεύχθηκε μόνο όταν η κυβέρνηση Σρέντερ υποχώρησε στις πιέσεις της συντηρητικής αντιπολίτευσης -η οποία είχε προσφύγει στο Ανώτατο Δικαστήριο για να ανατρέψει μία προηγούμενη εκδοχή του νόμου- με ζητούμενο να καταστεί πιο εύκολη η απέλαση ύποπτων ισλαμιστών μαχητών.

Η σχετική συμφωνία που επικυρώθηκε την Τετάρτη από την αρμόδια διακομματική επιτροπή πρόκειται να τεθεί προς έγκριση στην Μπούντεσταγκ (Κάτω Βουλή) την Πέμπτη ή την Παρασκευή. Η ψηφοφορία στην Μπούντεσρατ (Ανω Βουλή) αναμένεται να διεξαχθεί στις 9 Ιουλίου.

Newsroom ΑΛΤΕΡ ΕΓΚΟ,ΑΠΕ/Reuters/Γαλλικό