27

Mια έντονη συζήτηση γύρω από τις παρεχόμενες δημόσιες υπηρεσίες, το μέγεθος και το «στιλ» του κράτους έχει ξεσπάσει (ξανά) στη Βρετανία. Είναι ένας διάλογος με μεγάλο ενδιαφέρον για κάθε χώρα, της Ελλάδας φυσικά συμπεριλαμβανομένης.

Στο επίκεντρο του προβληματισμού βρίσκεται η έννοια της επιλογής του καταναλωτή: Πόση επιλογή πρέπει να προσφέρει το κράτος στους πολίτες του σε τομείς όπως η Υγεία, η Παιδεία κ.λπ.; Και πόσο οι ίδιοι οι πολίτες θέλουν αυτή τη δυνατότητα επιλογής ή αντίθετα θέτουν ως προτεραιότητα την επάρκεια και ποιότητα των δημοσίων υπηρεσιών, χωρίς να νοιάζονται αν μπορούν να επιλέξουν το νοσοκομείο ή το σχολείο που προτιμούν;

Οι φιλελεύθεροι και οι συντηρητικοί έχουν ταχθεί υπέρ της δυνατότητας επιλογής, δηλαδή υπέρ ενός μικρότερου κράτους που αυτοπεριορίζεται και επιτρέπει στους πολίτες του να το ελέγχουν και να το αξιολογούν μέσω του «μοχλού» της ατομικής επιλογής. Οι σοσιαλδημοκράτες και οι αριστεροί προτιμούν ένα ισχυρό κοινωνικό κράτος, με εξασφαλισμένη χρηματοδότηση, που ως ομπρέλα σκεπάζει καθολικά τους πολίτες του. Ο Μπλερ και οι Νέοι Εργατικοί προτιμούν το πρώτο, έχοντας όμως μια ισχυρή εσωκομματική αντιπολίτευση.

Ο Μπλερ και ο Χάουαρντ (ο αρχηγός των Συντηρητικών), παρά τις επιμέρους διαφοροποιήσεις τους, συμφωνούν ότι μόνο η επιλογή μπορεί να βελτιώσει τις υποχρηματοδοτούμενες και μέτριας απόδοσης βρετανικές δημόσιες υπηρεσίες. Και οι δύο θέλουν να ενθαρρύνουν νέους φορείς παροχής υπηρεσιών, ιδιαίτερα στις αγορές της υγείας και της παιδείας, ώστε να ενταθεί ο ανταγωνισμός και οι δημόσιες υπηρεσίες να γίνουν πιο «προσωποποιημένες», με βάση τις επιλογές των πολιτών.

Οι Συντηρητικοί για παράδειγμα προτείνουν, αντί να ενισχύονται αδιάκριτα από τον κρατικό προϋπολογισμό όλες οι δημόσιες υπηρεσίες (σχολεία, νοσοκομεία κ.λπ.), οι πολίτες να παίρνουν από την κυβέρνηση «κουπόνια» (με βάση μια σειρά από προϋποθέσεις ανάλογα με το εισόδημα τους κ.ά.), με τα οποία θα πληρώνουν το σχολείο ή το νοσοκομείο της επιλογής τους. Έτσι δημιουργείται ένας ανταγωνισμός ανάμεσα στα νοσοκομεία και σχολεία, κρατικά και ιδιωτικά, για το ποιο είναι καλύτερο, ώστε να προσελκύσει περισσότερους «πελάτες», οπότε θα εισπράξει και τα περισσότερα «κουπόνια», άρα θα έχει τη μεγαλύτερη (έμμεση) κρατική χρηματοδότηση.

Ο Μπλερ συμφωνεί ότι με τον ένα ή τον άλλο τρόπο χρειάζεται η ατομική επιλογή να «τρυπώσει» στο δημόσιο τομέα για να τον κάνει πιο ανταγωνιστικό και ποιοτικό. Τα δύο μεγάλα κόμματα προωθούν μια ατζέντα μεταρρυθμίσεων που έχει στο επίκεντρο την «επιλογή» αλλά οι πολίτες ανησυχούν μήπως τελικά πληρώνουν περισσότερο για τις δημόσιες υπηρεσίες χωρίς καν αυτές να γίνουν καλύτερες.

Οι Βρετανοί παραμένουν σκεπτικοί μέχρι να δουν ότι το σύστημα δουλεύει στην πράξη και ότι δεν υπάρχει αντίφαση, όπως διαβεβαιώνουν ιδίως οι Εργατικοί, ανάμεσα σε έναν καταναλωτή-πολίτη με αυξημένη δύναμη κι ένα κοινωνικό κράτος που διέπεται από τις αρχές της ισότητας και της καθολικότητας.

Το παράδοξο της επιλογής

Σε πολλές έρευνες της βρετανικής κοινής γνώμης έχει διαπιστωθεί ότι οι ψηφοφόροι νοιάζονται περισσότερο τελικά για το αν το σχολείο και το νοσοκομείο της γειτονιάς τους είναι αξιόπιστα, παρά για το αν θα έχουν τη δυνατότητα να επιλέξουν ένα σχολείο ή ένα νοσοκομείο μακρυά από το σπίτι τους.

Τόσο στη Βρετανία όσο και στις ΗΠΑ, όπου επίσης συζητούνται αντίστοιχα θέματα, οι «απορριπτικοί» της περισσότερης επιλογής χρησιμοποιούν ως ισχυρό όπλο τους το πρόσφατο βιβλίο του Αμερικανού καθηγητή Barry Schwartz «To παράδοξο της επιλογής: Γιατί το περισσότερο είναι λιγότερο» (The paradox of choice: Why more is less, εκδόσεις Ecco, 2004), που έρχεται να ανατρέψει το καθιερωμένο δόγμα. Καλή είναι η επιλογή, λέει, αλλά η πολλή επιλογή καταλήγει να γίνεται «μπούμερανγκ» για τους πολίτες-καταναλωτές.

Γι αυτό, τονίζει ο Schwartz, αντί οι άνθρωποι να αγχώνονται και να αυτοπαγιδεύονται στην αναζήτηση -μέσα από διαδοχικές επιλογές- της καλύτερης δυνατής λύσης, ώστε να μεγιστοποιήσουν την ωφέλεια/χρησιμότητα/ευχαρίστηση τους, αρκεί να αρκεσθούν όχι στο «μέγιστο» αλλά στο «αρκετά καλό», το οποίο μπορεί κάλλιστα να τους κάνει πιο ευτυχισμένους, χωρίς να χρειάζεται να εμπλακούν σε μια μάταιη και ψυχοφθόρα αναζήτηση όλο και καλύτερων προϊόντων και υπηρεσιών. Οι οπαδοί του status quo των δημοσίων υπηρεσιών, οι οποίοι θεωρούν περιττή, κοινωνικά άδικη και εν γένει καταστρεπτική για το κοινωνικό κράτος την ατομική επιλογή, με χαρά έχουν υποδεχθεί τα επιχειρήματά του.

Η αμερικανική κυβέρνηση, ακόμη περισσότερο από τη βρετανική, υποστηρίζει πως σημασία έχει οι πολίτες να έχουν δυνατότητα μεγαλύτερων επιλογών και περισσότερο έλεγχο στις αποφάσεις τους, ειδικά σε σχέση με το κράτος. Ο φιλελεύθερος καθηγητής Gregory Mankiw, επικεφαλής των οικονομικών συμβούλων της κυβέρνησης Μπους, έχει πει χαρακτηριστικά: «Τελικά κάποιος πρέπει να κάνει την επιλογή. Το ερώτημα είναι: Θέλετε να κάνετε την επιλογή ο ίδιος ή θέλετε να την κάνει η κυβέρνηση για λογαριασμό σας; Οι οικονομίες της ελεύθερης αγοράς βασίζονται στο αξίωμα, που έχει επιβεβαιωθεί και από την ιστορία, ότι όταν οι άνθρωποι παίρνουν τις αποφάσεις μόνοι τους, παίρνουν καλύτερες αποφάσεις από ό,τι οι κυβερνήσεις».

Η ορθόδοξη οικονομική θεωρία επιμένει ότι η κοινωνική ευημερία μεγιστοποιείται όταν μεγιστοποιείται η ατομική επιλογή, γι αυτό όλες οι κατευθύνσεις οικονομικής πολιτικής που δίνουν οι φιλελεύθεροι κινούνται σε αυτή την κατεύθυνση.

Όμως, απαντά ο Schwartz, οι άνθρωποι δεν έχουν τις ικανότητες, την τέλεια πληροφόρηση και επαρκή χρόνο να πάρουν πάντα τις καλύτερες αποφάσεις μόνοι τους. Αντίθετα μπλέκονται σε ένα κυκεώνα επιλογών, συχνά μάλιστα ψευτοεπιλογών, όταν για παράδειγμα πρόκειται για παραπλήσια ή και όμοια προϊόντα (σαμπουάν ή παντελόνια τζιν ή βενζίνη) και υπηρεσίες (προγράμματα ιδιωτικής ασφάλισης), που όμως έχουν «πακεταριστεί» και μεταμφιεστεί ως διαφορετικά από τις στρατηγικές μάρκετινγκ και διαφήμισης των εταιριών. Έτσι, οι καταναλωτές εξαπατώνται, εξαντλούνται ψυχικά και καταλήγουν ακόμα και σε κατάθλιψη παρά την ευημερία των «επιλογών» γύρω τους.

Όσο πιο πολλές οι επιλογές (με χωρίς ή χωρίς εισαγωγικά), τόσο αυξάνονται οι προσδοκίες των καταναλωτών και τόσο δεν ευχαριστιούνται πραγματικά, όταν επιλέγουν κάτι, γιατί διαρκώς κατατρύχονται από την έμμονη ιδέα ότι θα μπορούσαν να είχαν αγοράσει κάτι καλύτερο, κατηγορώντας τον εαυτό τους για ανικανότητα στην επιλογή.

Πολλοί που μόλις αγόρασαν αυτοκίνητο, όπως έχουν δείξει οι σχετικές έρευνες, αρνούνται μετά να κυτάξουν για καιρό διαφημίσεις αυτοκινήτων, προκειμένου να μην μετανιώσουν για την επιλογή τους και απογοητευτούν! Ο ριζοσπαστικός οικονομολόγος Αλμπερτ Χίρσμαν έχει φθάσει να προτείνει την εισαγωγή της έννοιας της «απογοήτευσης» στην κυρίαρχη οικονομική θεωρία.

Από την πλευρά τους, οι μπιχεβιοριστές οικονομολόγοι και οι νομπελίστες ψυχολόγοι-οικονομολόγοι Ντάνιελ Κάνεμαν και Αμος Τβέρσκι έχουν δείξει ξεκάθαρα ότι οι πραγματικοί άνθρωποι (και όχι αυτοί που υποθέτει η ορθόδοξη θεωρία) κάθε άλλο παρά τείνουν μονοσήμαντα στην ορθολογική μεγιστοποίηση της χρησιμότητας/ωφέλειας τους.

Αλλά και οι επιχειρήσεις κάνουν κάτι ανάλογο, όπως έδειξε ο νομπελίστας οικονομολόγος Χέρμπερτ Σίμον (μαθητής του οποίου είναι ο Barry Schwartz): Όπως είπε χαρακτηριστικά, αν όντως μια εταιρία επιχειρούσε να μεγιστοποιήσει το όφελος της στην αγορά, θα χρεοκοπούσε σε μια ατελείωτη αναζήτηση της καλύτερης επιλογής σε έναν πολύπλοκο και χαοτικό κόσμο. Στην πράξη οι εταιρίες θυσιάζουν το καλύτερο δυνατό και αρκούνται στο αρκετά καλό.

Φυσικά κανείς δεν προτείνει να υιοθετήσουμε κοινωνίες τύπου ΕΣΣΔ που εξοβέλισαν την καταναλωτική επιλογή. Το κλειδί, λέει ο Schwartz, είναι να ξεφύγουμε από την τυραννία του δόγματος «όσο περισσότερες επιλογές, τόσο καλύτερα» (ένα δόγμα που βολικά εξυπηρετεί την καταναλωτική κοινωνία μας), να προσαρμόσουμε προς τα κάτω τις προσδοκίες μας και κυρίως να θέσουμε σε όλα τα πράγματα (άρα και στις δημόσιες υπηρεσίες) ένα «κατώφλι ικανοποίησης» (προσοχή: όχι μεγιστοποίησης), πέρα από το οποίο θα είμαστε ικανοποιημένοι και θα αρκεστούμε σε αυτό που έχουμε, αντί να κυνηγάμε χίμαιρες.

ΑΠΕ