Για τους περισσότερους ο David Byrne ταυτίζεται με την πολυρυθμική pop-funk μουσική πρόταση των Talking Heads και τις έθνικ αναζητήσεις της δισκογραφικής του ετικέτας Luaka Bop. Ωστόσο, με κυριότερο παράδειγμα το βραβευμένο με Όσκαρ σάουντρακ για τον «Τελευταίο Αυτοκράτορα» του Bernardo Bertolucci (1987), ο Byrne τα καταφέρνει το ίδιο καλά και στη μουσική του σινεμά. Νεότερη σχετική δουλειά του είναι η ηχητική επένδυση του «Young Adam», του φιλμ του David MacKenzie που έκανε το ντεμπούτο του στις βρετανικές αίθουσες στα τέλη Σεπτεμβρίου. Το φιλμ βασίζεται σε μυθιστόρημα που έγραψε το 1954 ο Alexander Trocchi – Σκοτσέζος συγγραφέας γεννημένος στη Γλασκόβη, στενά συνδεδεμένος με τους Αμερικανούς Beat, η ζωή και το έργο του οποίου στρεφόταν ενάντια στον απομονωτισμό και τη σοβαροφάνεια των Βρετανών ασκώντας δριμεία κριτική ακόμη και στην ίδια την ιδιαίτερή του πατρίδα. Πρόκειται για ένα ψυχολογικό θρίλερ η δράση του οποίου εκτυλίσσεται στη Γλασκόβη στις αρχές της δεκαετίας του ’50, μια περίοδο ανεργίας και ανέχειας.
Ο σκοτσέζικης καταγωγής Byrne εγκαταστάθηκε στη Γλασκόβη και δούλεψε με ενθουσιασμό για το σάουντρακ, επιλέγοντας μάλιστα να συνεργαστεί μόνο με μουσικούς από το δυναμικό της ανθούσας ντόπιας post-rock σκηνής: Alasdair Roberts (των Appendix Out, πίπιζα), Barry Burns (των Mogwai, κίμπορντς), Una MacGlone (των Future Pilot, μπάσο), Raymond MacDonald (των Future Pilot, σαξόφωνο), Richard Colburn (των Belle And Sebastian, ντραμς), Johnny Quinn (των Snow Patrol, ντραμς), Malcolm Lindsay (ενορχηστρωτής, συνεργάτης των Delgados) και Caroline Barber (των Mogwai, τσέλο).
Το βαρύ από συναισθηματική άποψη κλίμα του «Young Adam» υπηρετείται υποδειγματικά από το σκορ του Byrne, με μελαγχολικής χροιάς συνθέσεις και με αποσπασματικές, υποβλητικές ενορχηστρώσεις που αξιοποιούν διπλό μπάσο, κρουστά, τσέλο, ακορντεόν, πιάνο, κίμπορντς, βιολιά, κιθάρες αλλά και δειγματοληψία, από πηγές συχνά αναπάντεχες (μια πύλη νεοϋορκέζικης εκκλησίας που τρίζει κλείνοντας, το φρενάρισμα ενός τρένου).<br.
Για την υπόκρουση κάθε ξεχωριστής σκηνής του φιλμ ο Byrne ζήτησε από τους μουσικούς να παίξουν συγκεκριμένες νότες αλλά με τη σειρά που ο καθένας τους θεωρούσε προτιμότερη, κατά την πρακτική που εισήγαγε ο John Cage. Η διακριτική αυτή συνθετική καθοδήγηση εξασφάλισε στο σύνολο τον καλλιτεχνικό "χώρο" και την ελευθερία που χρειαζόταν για να αναπλάσει ηχητικά τη φιλμική δράση. "Το αποτέλεσμα ήταν υπέροχο" σχολιάζει ο 52άχρονος συνθέτης στο www.davidbyrne.com, "συνεχώς μεταλλασσόμενο, φινετσάτο, αιφνιδιαστικό".
Φωνητικά -του Byrne- έχουν μόνο οι δύο τελευταίες συνθέσεις, το βαρύθυμο βαλς "Speechless" και το σφιχταγκαλιασμένο από έγχορδα "The Great Western Road".
Μοναδική, αλλά όχι λιγότερο ευπρόσδεκτη απόκλιση από το, προδιαγεγραμμένο αισθητικά, πλαίσιο του άλμπουμ αποτελεί η ρυθμικά αιρετική διασκευή στο «Haitian Fight Song» του Charles Mingus από το Hung Drawn Quintet.