Τα βιβλία του Ρόμπερτ Λάντλαμ, με θέμα τις μυστικές υπηρεσίες, δεν άφησαν ασυγκίνητες τη μεγάλη και τη μικρή οθόνη -αρκεί να θυμηθούμε το φιλμ «Όστερμαν, το 48ωρο των Κατασκόπων» του Πέκινπα (1983), αλλά και την τηλεσειρά που ήταν βασισμένη στο «Bourne Identity» (1988) και είχε πρωταγωνιστή τον Ρίτσαρντ Τσάμπερλεν. Τώρα ο Νταγκ Λίμαν των «Swingers» και του «Go» αναλαμβάνει να εκσυγχρονίσει την ιστορία του μυστικού πράκτορα που πάσχει από αμνησία, υπογράφοντας έτσι ένα καλογυρισμένο κατασκοπικό θρίλερ του 21ου αιώνα. Το σώμα ενός λιπόθυμου άνδρα βρίσκεται να επιπλέει κάπου στη Μεσόγειο. Έχει δύο σφαίρες στην πλάτη, μια κάψουλα με πληροφορίες κρυμμένη κάτω από το δέρμα του και δεν θυμάται ούτε ποιος είναι ούτε πώς βρέθηκε σε αυτή την κατάσταση. Η άκρη του νήματος βρίσκεται στη Ζυρίχη. Στη θυρίδα μιας τράπεζας βρίσκει χρήματα, διάφορα διαβατήρια με τη φωτογραφία του και ένα όπλο. Την άλλη στιγμή η αστυνομία επιχειρεί να τον συλλάβει, ενώ πληρωμένοι δολοφόνοι τον ακολουθούν, με σκοπό να τον εξοντώσουν. Το νέο «Bourne Identity» δεν αποφεύγει κάποια κενά στην πλοκή και τη σεναριακή «κοιλιά» κάπου στη μέση. Συνολικά ωστόσο είναι μια μοντέρνα περιπέτεια που μένει πιστή στην παλιά καλή συνταγή του είδους και δεν καταφεύγει στο φθηνό εντυπωσιασμό του θεατή: μυστήριο, αγωνία, ανατροπές, γκάτζετ υψηλής τεχνολογίας, συναρπαστικές κούρσες στους δρόμους του Παρισιού, με την αναμενόμενη καταδίωξη στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας. Ο αναπάντεχα πειστικός στον πρωταγωνιστικό ρόλο Ματ Ντέιμον περιστοιχίζεται από ένα πολύ καλό καστ, που περιλαμβάνει τη Φράνκα Ποτέντε του «Τρέξε Λόλα, Τρέξε», τον Κρις Κούπερ (το σερίφη στο «Μοναχικό Αστέρι» του Σέιλς), τον Κλάιβ Όουεν και τον Μπράιαν Κοξ στο μικρό ρόλο του εκτελεστή. Η έκδοση DVD περιοχής 2 εγγυάται ώρες διασκέδασης μπροστά στον προβολέα ή στο δέκτη του σαλονιού σας. Η πλήρους ανάλυσης εικόνα διαθέτει εξαιρετική λεπτομέρεια και φωτεινότητα ακόμα και στις πιο δύσκολες σε μεταφορά σκηνές. Ο ήχος (σε Dolby και DTS) είναι εντυπωσιακός. Από την πρώτη σκηνή της καταιγίδας έως τους τίτλους του τέλους ο χώρος δονείται από τα εφέ και τις χαμηλές συχνότητες, καθώς αμφότερες οι μπάντες (προτιμείστε το DTS) αποτελούν μια άψογη προσαρμογή του αυθεντικού ήχου σε οικιακό περιβάλλον.