Κοινή παρουσίαση με το άλμπουμ «Travels With Karagiozis» του ίδιου σχήματος

Ποια πραγματικά είναι η έννοια της λέξης «πατρίδα»; Κατά πόσο η μουσική αποτελεί σήμερα μέσο απόκτησης ταυτότητας και αυτογνωσίας; Τι θέση μπορεί να έχουν οι μουσικές μικρών (σε οικονομική δύναμη και πολιτική επιρροή) κρατών στο «παγκόσμιο χωριό»; Τα ερωτήματα αυτά σίγουρα θα έχουν απασχολήσει πολλούς και όλοι, λίγο πολύ, έχουν τις δικές τους απόψεις. Ιδού όμως μία απάντηση, και μάλιστα από το κέντρο του παγκόσμιου χωριού. Δύο CD γεμάτα ελληνική μουσική, από την άλλη όχθη του Ατλαντικού, έρχονται να αποδείξουν ότι οι παρέες εξακολουθούν να γράφουν ιστορία.
Ο λόγος για τους δίσκους του συγκροτήματος Ziyia (Ζυγιά), που το αποτελούν ένας Έλληνας και τέσσερις Αμερικανοί. Το όνομά τους το οφείλουν στην ελληνική ονομασία των μικρών μουσικών σχημάτων (π.χ., τσαμπούνα-τουμπάκι, λύρα-λαούτο). Πρόκειται για μια ομάδα που την ενώνουν το μεράκι και η αγάπη για την ελληνική μουσική. Συναντήθηκαν στο πλαίσιο των δραστηριοτήτων της EEFC (East European Folklore Center), ενός οργανισμού που, μεταξύ άλλων, διοργανώνει καλοκαιρινά εργαστήρια για τη διδασκαλία μουσικής από την ανατολική Ευρώπη, τα Βαλκάνια και την ανατολική λεκάνη της Μεσογείου. Τα πέντε μέλη της «Ζυγιάς» χειρίζονται με επιδεξιότητα μια σειρά από όργανα: κλαρίνο, βιολί, λαούτο, σαντούρι, ούτι, λύρα, γκάιντα, ζουρνά και κρουστά. Έτσι, με τους δίσκους τους κάνουν μια γοητευτική περιπλάνηση στις μουσικές της Ελλάδας, στεριανής και θαλασσινής. Ένα ταξίδι με όχημα το μεράκι και οδηγό τη γνώση και το σεβασμό προς τις μουσικές αυτές.
Τα περισσότερα κομμάτια που έχουν ανθολογηθεί είναι γνωστά από τη δισκογραφία, ενώ κάποια, από ό,τι φαίνεται, τα γνώρισαν από αρχειακό υλικό. Το Αιγαίο εκπροσωπείται από τρία τραγούδια, ανάμεσα στα οποία σημειώνουμε μια καταπληκτική οργανική σούστα. Η Μακεδονία αντιπροσωπεύεται από κομμάτια με ζουρνάδες, ένα κομμάτι με μακεδονικές λύρες, ένα επιτραπέζιο (Μαύρο μου Χελιδόνι). Υπάρχει ακόμη ένα δείγμα από τους πολύπλοκους (για τα δυτικά μέτρα) ρυθμούς της δυτικής Μακεδονίας. Η Θράκη αντιπροσωπεύεται από έναν ζωναράδικο και έναν πολύ ενδιαφέροντα συγκαθιστό με γκάιντα. Υπάρχουν ακόμη ένα δείγμα από την Ήπειρο και μια σειρά από καλαματιανά και τσάμικα. Πολύ ισχυρή παρουσία έχει το ρεπερτόριο της Μικράς Ασίας. Κύρια πηγή έμπνευσης αποτελεί ο θησαυρός της δισκογραφίας των 78 στροφών, η οποία γνώρισε ιδιαίτερη άνθηση στην Αμερική ήδη από τη δεύτερη δεκαετία του 20ού αιώνα. Ακούγονται, μεταξύ άλλων, το «Μες στην Αθήνα», που είχε ηχογραφηθεί στην Αμερική από τον αρμενικής καταγωγής Μάρκο Μελκόν, και το «Μπουρνοβαλιό», όπως το τραγούδησε ο Καρίπης. Σημαντική είναι επίσης η παρουσία του ρεμπέτικου ρεπερτορίου, όπου τον πρώτο λόγο έχουν τα μπουζούκια. Ενδεικτικά αναφέρουμε το «Μες στη φυλακή στ’ Ανάπλι», τραγούδι του Ανέστη Δελιά, από την «Ξακουστή Τετράδα» του Πειραιά.
Ακούγοντας κανείς το παίξιμο της «Ζυγιάς», εντυπωσιάζεται από τη σοβαρότητα και την υπευθυνότητα με την οποία έχουν προσεγγίσει το ρεπερτόριο αυτό. Παρ’ ότι πρόκειται για ανθρώπους με διαφορετικό πολιτισμικό υπόβαθρο, γνωρίζουν σε βάθος την παραδοσιακή τεχνική των οργάνων τους, καθώς και τις ιδιαιτερότητες που απαιτούνται για να αποδοθεί ένα τόσο ευρύ φάσμα ρεπερτορίου. Και, από ό,τι φαίνεται, έχουν δαπανήσει αρκετό χρόνο για να το πετύχουν, κάτι που δεν μπορούμε να ισχυριστούμε για κάποια «ελληνικά» σχήματα που με άλλοθι την «εντοπιότητα» λειτουργούν ως ταύροι σε υαλοπωλείο. Εκεί, τη θέση της σπουδής έχει πάρει η προχειρότητα και της φαντασίας η στείρα προγονοπληξία. Η «Ζυγιά» έρχεται να δείξει πόσο σημαντικές είναι οι ερασιτεχνικές ομάδες για την ανάπτυξη αυτού που αποκαλείται «παραδοσιακή μουσική» σε ένα μεταμοντέρνο παγκοσμιοποιημένο περιβάλλον. Λειτουργεί περισσότερο ως μια παρέα που εξερευνά και παίζει τις μουσικές που αγαπά, παρά ως επαγγελματικό σχήμα. Με την προσέγγισή τους αυτή δίνουν και στους άλλους το «εισιτήριο», για να ανακαλύψουν όλη αυτήν τη μουσική. Γιατί η «Ζυγιά» λειτουργεί όπως ο δύτης που βουτά στον ωκεανό της μουσικής αυτής και ύστερα βγαίνει και λέει τι είδε σε όποιον θα ήθελε να τον ακολουθήσει.
Ως προς το αρχικό ερώτημα για το τι πραγματικά σημαίνει «πατρίδα»… Μα, είναι προφανές. Τώρα που τα σύνορα ουσιαστικά δεν υφίστανται, «η πιο γλυκιά πατρίδα είναι η καρδιά». Η μουσική είναι ο καλύτερος τρόπος για να εκφράσεις αυτά που προστάζει η καρδιά σου. Και κάτι ακόμα: Όλες αυτές οι μουσικές δεν είναι κατάλοιπα ενός λαμπρού, πλην όμως νεκρού, πολιτισμού. Πάνω από όλα μας μεταφέρουν το μήνυμα της συμμετοχής, της συνοχής της ομάδας και του αυτοσχεδιασμού, στοιχεία που δεν ενθαρρύνονται σε έναν κόσμο όπου τα πάντα προαποφασίζονται και κατευθύνονται. Σε πείσμα, λοιπόν, της παγκοσμιοποίησης, κάποιες παρέες εξακολουθούν να γράφουν ιστορία.
Για παραγγελίες: lisegeorge@earthlink.net