27

Στο υψηλότερο επίπεδο του 15μήνου «σκαρφάλωσε» την Πέμπτη το ευρώ, την ίδια ώρα που εντείνεται ο προβληματισμός για το αν το ράλι του ενιαίου νομίσματος αποτελεί κίνδυνο για τις ευρωπαϊκές εξαγωγές ή βραβείο για την οικονομική ανάκαμψη της ευρωζώνης.

Στο έλεος των κερδοσκόπων από την είσοδο του στις διεθνείς αγορές το 1999, το ευρώ αρχίζει να γίνεται η κυριότερη επιλογή των διαχειριστών χαρτοφυλακίου, καθώς αυτοί αποχωρούν από τη Γουόλ Στριτ και τα αμερικανικά ομόλογα και ανακαλύπτουν ότι υπάρχουν και άλλες επιλογές.

Παρ όλα αυτά όμως, η ανατίμηση του ενιαίου νομίσματος πλήττει τις ευρωπαϊκές εξαγωγές, οι οποίες τροφοδοτούν το 16% του ΑΕΠ της ευρωζώνης και ουσιαστικά αποτέλεσαν τροχοπέδη για τη συρρίκνωση της οικονομίας το πρώτο τρίμηνο. Όπως υποστηρίζουν οι αναλυτές, ένα ράλι το οποίο θα ξέφευγε από τον έλεγχο, θα προκαλούσε περισσότερο κακό παρά καλό, εφόσον εξελισόταν σε μία κρίση εμπιστοσύνης προς το δολάριο.

Αλλά ένα σταθερό ευρώ θα βοηθούσε στην αποκλιμάκωση των πληθωριστικών πιέσεων και θα επέτρεπε στην Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα να αναβάλει την αύξηση των επιτοκίων, η οποία ίσως θέσει εμπόδια στην ανάκαμψη της ευρωζώνης.

Ένα ελαφρά ασθενέστερο δολάριο στηρίζει τις αμερικανικές εξαγωγές και την τελική ζήτηση στην ευρωζώνη. Η Ελβετία και η Ιαπωνία δεν επιθυμούν ανατίμηση των νομισμάτων τους -και το δηλώνουν σε κάθε ευκαιρία-, ενώ παράλληλα η μελλοντική ένταξη της Βρετανίας στο κλαμπ του ενιαίου νομίσματος ανακόπτει την ανοδική πορεία της στερλίνας.

«Ξεκάθαρα είναι καλό νέο» δηλώνει στο Reuters ο οικονομολόγος του ΟΟΣΑ, Βίνσεντ Κοέν. «Εάν το ευρώ συνεχίζει να ανατιμάται, θα δώσει στην ΕΚΤ το περιθώριο να περιμένει περισσότερες ενδείξεις ανάκαμψης πριν αυξήσει τα επιτόκια» προσέθεσε.

Την Πέμπτη το ευρώ άγγιξε τα 94 σεντς, το υψηλότερο επίπεδο από τις 5 Φεβρουαρίου 2001. Από το χαμηλό έτους (85,60 σεντς) στις αρχές Φεβρουαρίου ενισχύεται κατά 10%. Το δολάριο υποχώρησε και έναντι του ιαπωνικού νομίσματος στο χαμηλότερο επίπεδο του τελευταίου εξαμήνου και στο χαμηλότερο επίπεδο των τελευταίων δυόμισι ετών έναντι του ελβετικού φράγκου.

Υπέρ και κατά

Το ισχυρό ευρώ μειώνει το κόστος των εισαγόμενων προϊόντων που αποτιμώνται σε δολάρια (όπως το πετρέλαιο) και, εφόσον συνεχίσει να ενισχύεται, θα έχει ως συνέπεια το «σφίξιμο» της νομισματικής πολιτικής, όπως μία αύξηση των επιτοκίων από την ΕΚΤ.

Το «αστείο» είναι ότι η άνοδος του ενιαίου νομίσματος δεν στηρίζεται από τα μακροοικονομικά στοιχεία. Το ΑΕΠ της ευρωζώνης αυξήθηκε κατά μόλις 0,2% το πρώτο τρίμηνο, η κατανάλωση και τα αποθέματα υποχώρησαν και εάν οι εξαγωγές δεν αυξάνονταν κατά 0,7% τότε η ευρωπαϊκή οικονομία θα είχε συρρικνωθεί ξανά όπως και το τελευταίο τρίμηνο του 2001 (-0,3%).

Από την άλλη πλευρά ένα σταθερό ευρώ δε σημαίνει απαραίτητα ότι πλήττεται η ανταγωνιστικότητα των προϊόντων, καθώς, ακόμη και σε αυτά τα επίπεδα, πολλοί υποστηρίζουν ότι είναι υποτιμημένο. «[Η άνοδος] δεν είναι αρκετή για να μειώσει την ανταγωνιστικότητα της ευρωζώνης» υποστηρίζει ο οικονομολόγος της Citibank, Χοσέ-Λουί Αλτσόλα. «Έτσι εξηγείται γιατί η άνοδος έχει περισσότερα πλεονεκτήματα παρά μειονεκτήματα, αν και εφόσον συνεχίσει να ενισχύεται το επόμενο δίμηνο τότε θα αρχίσει να πλήτει τις εξαγωγές και τις αναπτυξιακές προοπτικές» προσθέτει.

Newsroom ΑΛΤΕΡ ΕΓΚΟ