Ο καταναλωτής που παίρνει στα χέρια του το «Invincible» είναι σαν τον απατημένο σύζυγο: μαθαίνει τελευταίος το κακό νέο. Εν προκειμένω, το κακό νέο που ξέρουν όλοι -ο ίδιος ο Jackson (μόνο η νοσηρή εγωπάθειά του θα τον εμπόδιζε ίσως να το παραδεχτεί), οι συντελεστές των 16 τραγουδιών του αναίτια ξεχειλωμένου σε διάρκεια άλμπουμ, οι ιθύνοντες της δισκογραφικής, και ο πωλητής του τελευταίου συνοικιακού δισκάδικου- είναι ότι το «Invincible», πρώτη νέα κυκλοφορία στα εννέα χρόνια που μεσολάβησαν από το πολυπλατινένιο «Dangerous», είναι ένα μετριότατο άλμπουμ. Λιγωμένες μπαλάντες, ψευδεπίγραφο hip-hop και απονευρωμένα rhythm & blues, παρουσιασμένα με τον πιο ρουτινιάρικο επαγγελματισμό, συνιστούν το ηχητικό προφίλ ενός άλμπουμ που πουλά (ό,τι τελικά πουλήσει) μόνο από το όνομα στο εξώφυλλο. Θα ήταν, ίσως, πιο τίμιο για τον καταναλωτή να μην είχε μέσα καθόλου δίσκο.